ΖΩΤΙΚΗΣ ΣΗΜΑΣΙΑΣ Η ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ ΜΕΤΑΞΥ ΕΛΕΓΚΤΩΝ ΚΑΙ ΠΡΟΣΩΠΩΝ ΠΟΥ ΕΧΟΥΝ ΤΗΝ ΕΥΘΥΝΗ ΔΙΑΚΥΒΕΡΝΗΣΗΣ ΕΝΟΣ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΥ

Μία σημαντική απαίτηση, εκτός από την Έκθεση Ελέγχου, η οποία αποτελεί μέρος της διαδικασίας Εξωτερικού Ελέγχου, είναι η επικοινωνία του Ελεγκτή στο πλαίσιο του ελέγχου των Οικονομικών Καταστάσεων προς τα πρόσωπα τα οποία είναι επιφορτισμένα με τη Διοίκηση/Διακυβέρνηση ενός Οργανισμού, των «Υπεύθυνων Προσώπων Διακυβέρνησης».

Το Διεθνές Πρότυπο Ελέγχου ISA 260 αναφέρεται συγκεκριμένα στην «Επικοινωνία για τα θέματα ελέγχου με τα πρόσωπα τα οποία είναι επιφορτισμένα με τη Διοίκηση/Διακυβέρνηση ενός Οργανισμού», και απαιτεί από τους Ελεγκτές να κοινοποιούν τα θέματα που προκύπτουν μέσω του ελέγχου σχετικά με την επάρκεια Διακυβέρνησης.

Το Πρότυπο εφαρμόζεται ανεξαρτήτως της Δομής Διακυβέρνησης ή του μεγέθους μιας επιχείρησης και ιδιαίτερα σε όλα τα μέρη τα οποία αναλαμβάνουν την ευθύνη Διοίκησης ενός Οργανισμού, συμπεριλαμβανομένων των Εισηγμένων Εταιρειών.

Η επικοινωνία μεταξύ των ελεγκτών και των Υπεύθυνων Προσώπων Διακυβέρνησης αναμένεται να είναι αμφίδρομη και σε συνεχή βάση, έτσι ώστε να επιτυγχάνεται εποικοδομητική εργασιακή σχέση. Αυτό θα πρέπει να επιτυγχάνεται διατηρώντας την ανεξαρτησία και την αντικειμενικότητα του Ελεγκτή.

Αναμένεται από τους Ελεγκτές μέσα από την επικοινωνία με τα πρόσωπα τα οποία είναι επιφορτισμένα με τον τομέα Διακυβέρνησης να διαθέτουν διορατικότητα, έτσι ώστε αφενός να είναι σε θέση να φέρουν εις πέρας τα καθήκοντα και τις ευθύνες που τους διέπουν με σκοπό να μπορούν να αξιολογήσουν τον αντίκτυπο της εφαρμογής των Διεθνών Προτύπων Χρηματοοικονομικής Πληροφόρησης και, αφετέρου, να βρίσκονται σε ετοιμότητα αναφορικά με τις διαδικασίες που πρέπει να ακολουθηθούν για την ομαλή εφαρμογή τους.

Συγκεκριμένα, αναμένεται να υπάρχει αποτελεσματική αμφίδρομη επικοινωνία αναφορικά με θέματα όπως:

- Επαρκής κατανόηση του περιβάλλοντος, στο οποίο δραστηριοποιείται ο Οργανισμός.

- Εντοπισμός κατάλληλων πηγών υποστηρικτικών στοιχείων ελέγχου.

- Παροχή επαρκούς πληροφόρησης για συγκεκριμένες συναλλαγές ή περιστάσεις που διαδραματίζουν σημαντικό ρόλο στον έλεγχο.

- Μείωση κινδύνων σημαντικών αποκλίσεων και ανακριβειών στις Οικονομικές Καταστάσεις.

- Λογιστικών πολιτικών και τυχόν αλλαγών, οι οποίες θα μπορούσαν να επηρεάσουν ουσιωδώς τις Οικονομικές Καταστάσεις.

- Σημαντικών γεγονότων ή αβεβαιοτήτων που θα μπορούσαν να θέσουν σε κίνδυνο την κατάσταση της συνεχιζόμενης δραστηριότητας και οι οποίες απαιτούν γνωστοποίηση εντός των Οικονομικών Καταστάσεων.

- Σημαντικών αδυναμιών που εντοπίστηκαν στα Συστήματα Εσωτερικού Ελέγχου.

Η κοινοποίηση θεμάτων τέτοιας φύσης πραγματοποιείται για να διασφαλιστεί ότι οι Ελεγκτές έχουν παράσχει την εμπειρογνωμοσύνη τους στο να βοηθήσουν τα Υπεύθυνα Πρόσωπα Διακυβέρνησης σε ό,τι αφορά το έργο τους αφενός για την επίβλεψη της διαδικασίας των Οικονομικών Καταστάσεων και, αφετέρου, για την ανταπόκριση στις μεταβαλλόμενες ρυθμίσεις και προσδοκίες.

Επιπρόσθετα, σε ό,τι αφορά τους ελέγχους των εισηγμένων Εταιρειών που διεξάγονται σύμφωνα με τα πρότυπα ISA, τα ρυθμιστικά πλαίσια ελέγχου απαιτούν από τους ελεγκτές να περιγράφουν τα κύρια θέματα ελέγχου που κατά την επαγγελματική τους κρίση ήταν εξέχουσας σημασίας, στον έλεγχο των οικονομικών καταστάσεων της τρέχουσας περιόδου.

Σημαντικό είναι να αναφερθεί ότι η ευθύνη του Ελεγκτή αναφορικά με την επικοινωνία για τα θέματα ελέγχου με τα πρόσωπα τα οποία είναι επιφορτισμένα με τη Διοίκηση ενός Οργανισμού δεν απαλλάσσει την ευθύνη από τους ίδιους ως προς την επικοινωνία εκ μέρους τους σημαντικών ζητημάτων προς τον Ελεγκτή.
Στόχος του Ελεγκτή θα πρέπει να είναι η παροχή έγκαιρων παρατηρήσεων που προκύπτουν από τον έλεγχο, οι οποίες θεωρούνται σημαντικές και συναφείς με την ευθύνη των προσώπων τα οποία είναι επιφορτισμένα με θέματα διακυβέρνησης, παράλληλα με τη εποπτεία της διαδικασίας χρηματοοικονομικής πληροφόρησης.

Σε ορισμένες περιπτώσεις, οι πιθανές συγκρούσεις μεταξύ των υποχρεώσεων εμπιστευτικότητας και των υποχρεώσεων επικοινωνίας του Ελεγκτή μπορεί να είναι περίπλοκες. Για παράδειγμα, οι νόμοι ή οι κανονισμοί μπορούν να απαγορεύουν ρητά μια επικοινωνία, ή άλλη ενέργεια, που μπορεί να προδικάζει μια έρευνα από μια αρμόδια Αρχή σε μια πραγματική, ή ύποπτη, παράνομη πράξη. Στις περιπτώσεις αυτές, ο ελεγκτής μπορεί να εξετάσει τη λήψη γνωμάτευσης νομικών συμβουλών.

Ο Ελεγκτής θα πρέπει να κοινοποιεί τα συγκεκριμένα θέματα προς τα Υπεύθυνα Πρόσωπα Διακυβέρνησης σε τακτά χρονικά διαστήματα, προκειμένου η Διοίκηση να έχει την ευκαιρία να ανταποκριθεί σε ό,τι αφορά τα ζητήματα που θίγονται το συντομότερο δυνατό. Τα πορίσματα που προκύπτουν από τον έλεγχο σχετικά με τη λογιστική και χρηματοοικονομική αναφορά πρέπει να κοινοποιούνται πριν από την έγκριση των Οικονομικών Καταστάσεων από τη Διοίκηση.

Είναι αναγκαίο οι σημαντικές ανακρίβειες που εντοπίζονται στις Οικονομικές Καταστάσεις να επισημαίνονται προς τη Διοίκηση και να διευκρινίζεται κατά πόσον παραμένουν εκκρεμότητες, με ανάλογη τροποποίηση της γνωμάτευσης ελέγχου όπου χρειάζεται. Η Διοίκηση πρέπει να έχει επίγνωση αυτών των θεμάτων για να έχει τη δυνατότητα να προβαίνει στις απαραίτητες ενέργειες καθώς και διορθώσεις στις Οικονομικές Καταστάσεις.

Επικοινωνία πρέπει να υπάρξει ακόμη και αν δεν ανευρεθούν θέματα, τα οποία ο ελεγκτής δύναται να επιθυμεί να φέρει εις γνώσιν των υπευθύνων διακυβέρνησης. Σε αυτήν την περίπτωση θα πρέπει να κοινοποιεί ότι δεν προκύπτουν σημαντικά στοιχεία που χρειάζεται να κοινοποιηθούν.

Η επικοινωνία με τα Υπεύθυνα Πρόσωπα Διακυβέρνησης πρέπει να θεωρείται ως ένα από τα ζωτικά σημεία αναφοράς του ελέγχου. Αυτό γιατί όχι μόνο επιτρέπει στη Διοίκηση να ενημερώνεται για σημαντικά θέματα που προκύπτουν από τη διαδικασία ελέγχου, αλλά και γιατί δίνεται η ευκαιρία να ανταποκριθεί προς τον Ελεγκτή σχετικά με αυτά τα θέματα, αναλαμβάνοντας δράση προς την κατεύθυνση της βελτίωσης της διαδικασίας αναφορικά με τη λογιστική και χρηματοοικονομική αναφορά του Οργανισμού.

ΕΥΗ ΖΑΡΚΑ
Principal,
KPMG Limited