Η ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΘΝΙΚΗ ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΗ ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΖΕΙ ΠΡΟΚΛΗΣΕΙΣ ΣΤΗΝ ΙΔΙΑ ΤΗΝ ΑΣΦΑΛΕΙΑ ΤΗΣ ΧΩΡΑΣ, ΣΤΙΣ ΟΠΟΙΕΣ ΚΑΛΕΙΤΑΙ ΝΑ ΠΡΟΧΩΡΗΣΕΙ ΜΕ ΕΘΝΙΚΟ ΣΧΕΔΙΟ, ΜΟΝΗ, ΑΛΛΑ ΚΑΙ ΤΑΥΤΟΧΡΟΝΑ ΣΤΟ ΠΛΑΙΣΙΟ ΤΩΝ ΣΥΝΕΡΓΑΣΙΩΝ ΤΗΣ ΜΕ ΤΡΙΤΕΣ ΧΩΡΕΣ, ΟΠΩΣ ΟΙ ΗΠΑ. Η ΣΗΜΕΡΙΝΗ ΠΕΡΙΠΤΩΣΗ ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΗΣ ΣΥΝΕΝΝΟΗΣΗΣ ΟΥΑΣΙΓΚΤΟΝ - ΑΘΗΝΩΝ ΑΠΤΕΤΑΙ ΕΝΟΣ ΠΛΑΙΣΙΟΥ ΚΟΙΝΟΤΗΤΑΣ ΣΥΜΦΕΡΟΝΤΩΝ ΚΑΙ ΠΟΡΕΙΑΣ ΓΕΩΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΣΥΜΠΟΡΕΥΣΗΣ
Η Ελλάδα υπήρξε ανέκαθεν πυλώνας σταθερότητας και ασφάλειας στη Νοτιοανατολική Μεσόγειο και στα Βαλκάνια, διαδραματίζοντας ήδη από την δεκαετία του '50 ρόλο σταθεροποιητή στο πλαίσιο της ΝΑΤΟϊκής συμμαχίας. Το ΝΑΤΟ απέδιδε ιδιαίτερη σημασία στη λειτουργία του ελληνικού πολιτικού συστήματος στην περιοχή, λόγω ακριβώς της πολιτικής του σταθερότητας, της εθνικής του ομοιογένειας και της στρατιωτικής του ισχύος, κυρίως όμως του συνεπούς και αμετάβλητου προσανατολισμού του στους δυτικούς θεσμούς και στην Ευρώπη.
Η αντιπαλότητα με την Τουρκία εκδηλωνόταν πάντοτε ως ένα ακανθώδες ζήτημα μιας διαδραματιζομένης οιονεί αντίθεσης σε μια συμμαχική σχέση, η οποία προβλημάτιζε τις ΗΠΑ όλως ιδιαιτέρως. Γι' αυτόν τον λόγο και η Ουάσιγκτον επιχειρούσε σταθερά, ενίοτε δε και δυναμικά, να αναπτύσσει παρεμβατικές πρωτοβουλίες προς την κατεύθυνση της εξεύρεσης ενός modus vivendi συνεννόησης και ενός modus operandi συνύπαρξης των δύο συμμαχικών για τα δυτικά συμφέροντα κρατικών οντοτήτων.
Υπογραμμίζεται πως η ελληνική εθνική στρατηγική αντιμετωπίζει προκλήσεις στην ίδια την ασφάλεια της χώρας, στις οποίες καλείται να προχωρήσει με εθνικό σχέδιο, μόνη, αλλά και ταυτόχρονα στο πλαίσιο των συνεργασιών της με τρίτες χώρες, όπως οι ΗΠΑ. Η σημερινή περίπτωση στρατηγικής συνεννόησης Ουάσιγκτον - Αθηνών άπτεται ενός πλαισίου κοινότητας συμφερόντων και πορείας γεωπολιτικής συμπόρευσης.
Τα κατά τα ανωτέρω στοιχεία ελληνικής πολιτικής προσέγγισης θα μπορούσαν να προκαλέσουν και τουρκικές αντιδράσεις, οι οποίες οφείλουν να είναι αναμενόμενες, ακριβώς γιατί η ελληνοτουρκική σχέση ήταν πάντοτε ενταγμένη σε ένα πλαίσιο εθνικού ανταγωνισμού και διεκδικητικότητας εκ μέρους της Τουρκίας ηγεμονικής παρουσίας στην περιοχή. Παρά ταύτα, όμως, η Αθήνα οφείλει να ακολουθήσει αταλάντευτα και άνευ υποχωρήσεων την εθνική γραμμή υπεράσπισης χώρου και δικαιωμάτων, με κύριες αναφορές το Αιγαίο και την Κύπρο. Αυτό θα σήμαινε πρωτίστως διεκδίκηση αποκατάστασης συνθηκών ειρήνης και ελευθερίας στην Κύπρο διά της μεταβολής των διαδικασιών επίλυσης του Κυπριακού, θέτοντας το πρόβλημα επί της αληθούς του βάσεως ως ζητήματος εισβολής και κατοχής ανεξαρτήτου κράτους - μέλους του ΟΗΕ και της Ε.Ε.
Οι ΗΠΑ ουδέποτε εγκατέλειψαν ή προτίθενται να προβούν σε ανάλογο βήμα εγκατάλειψης ή απομείωσης του τουρκικού ρόλου στην περιοχή, στον οποίο αποδίδουν από τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο και εντεύθεν σημαντική και στρατηγικά βαρύνουσα σημασία, λόγω της γεωπολιτικής θέσης της Τουρκίας, ιδιαιτέρως σε ό,τι αφορά τα Στενά, καθώς και της συνοριακής της γραμμής, που άπτεται της Συρίας, του Ιράκ και του Ιράν. Στην παρούσα φάση, δε, η Άγκυρα, ενώ διατηρεί τη βασική της προβολή συνεργατικής κατεύθυνσης προς τις ΗΠΑ, πραγματοποιεί και κινήσεις ευφυών ελιγμών τακτικής προς τη Μόσχα, προκαλώντας έτσι και την κινητοποίηση της Ουάσιγκτον για να αποφευχθεί το ενδεχόμενο απώλειας ενός ιστορικού συμμάχου. Παραλλήλως, θέτει ζητήματα που αφορούν στην αμερικανική στρατηγική στη Συρία και στο Κουρδικό, το οποίο αποτελεί και το μέγα πρόβλημα της τουρκικής στρατηγικής. Τούτο, δε, γιατί εμφιλοχωρεί ο φόβος μετάδοσης εν είδει ντόμινο της κουρδικής εθνικής διεκδίκησης από τη Βόρεια Συρία στην τουρκική επικράτεια.
Αναφορικά προς τον γεωπολιτικό ρόλο της Τουρκίας στην οπτική των ΗΠΑ, η εικόνα που εμφανίζεται είναι ενός Τούρκου ηγέτη, εν προκειμένω του Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, διεκδικούντος περίπου τα πάντα. Τούτο σημαίνει την απαίτησή του για παράδοση των μαχητικών F35, των αντιαεροπορικών συστημάτων Patriot, διατηρώντας ταυτόχρονα και τις παραγγελίες που έχει πραγματοποιήσει προς τη Μόσχα ως προς τους πυραύλους S400. Η εντεινόμενη ρητορική του Ερντογάν και οι εν γένει πολιτικοί του βηματισμοί σε σχέση με τις ΗΠΑ αποβλέπουν κυρίως στην οικοδόμηση γεωπολιτικού πλαισίου για τη χώρα του, που να τον διευκολύνει στη στρατηγική εποπτικής ηγεμόνευσης της περιοχής.
Τα ενεργειακά δρώμενα στη νοτιοανατολική Μεσόγειο και οι προς τούτο συμπράξεις της Κυπριακής Δημοκρατίας με την αμερικανικών συμφερόντων εταιρεία, ExxonMobil, εν προκειμένω σε ζητήματα ενεργειακής ασφάλειας, που άπτονται οικονομικών συμφερόντων κρατικών οντοτήτων, ανησυχούν την Άγκυρα, καθώς παραπέμπουν σε συνεργασίες ή σε συμμετοχή των ιδίων των κρατών που στοιχίζονται πίσω από τους πολυεθνικούς οργανισμούς. Ο προβληματισμός του Τούρκου Προέδρου εντείνεται έτι περαιτέρω και εξαιτίας της συνομολογηθείσης σύμπραξης μεταξύ Ελλάδας - Αιγύπτου - Κύπρου και Ελλάδας - Ισραήλ - Κύπρου. Το τελευταίο σχήμα σημαίνει μία σημαντική ενδυνάμωση των χωρών του Ελληνισμού, Κύπρου και Ελλάδος, ακριβώς γιατί η συμμετοχή του Ισραήλ προβάλλει σαφείς αναφορές στην Ουάσιγκτον.
Το πλαίσιο της συνεργασίας με τις ΗΠΑ ενισχύει αναντίρρητα τη γεωστρατηγική θέση και ρόλο Αθηνών και Λευκωσίας στην περιοχή, τις οποίες προσλαμβάνουν οι ΗΠΑ ως αξιόπιστα συνεπείς. Αντιθέτως, η Τουρκία κινείται σε κατεύθυνση ανάπτυξης ενός ιδιαίτερου εθνικού, ηγεμονικού ρόλου, που δεν συγκλίνει απαραιτήτως με τις προσμονές και τα συμφέροντα της Ουάσιγκτον, η οποία αντιλαμβάνεται την Άγκυρα ως έναν απρόβλεπτο, δύστροπο και όχι πάντοτε αξιόπιστο εταίρο, τον οποίο παρά ταύτα επιχειρεί με διάφορους τρόπους να προσεγγίσει, αποφεύγοντας ή παρακάμπτοντας τη διαδρομή της απευθείας σύγκρουσης. Σημειώνεται, εν τέλει, πως σε περίπτωση απευκταίου επεισοδίου στο Αιγαίο, η στάση των ΗΠΑ θα είναι ποντιοπιλατικά παρεμβατική μεταξύ των δύο.
ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΣ Κ. ΓΙΑΛΛΟΥΡΙΔΗΣ
Καθηγητής Διεθνούς Πολιτικής,
Διευθυντής Κέντρου Ανατολικών Σπουδών
για τον Πολιτισμό και την Επικοινωνία,
Πάντειο Πανεπιστήμιο




