ΥΠΑΡΧΕΙ ΜΙΑ ΨΕΥΔΑΙΣΘΗΣΗ ΠΟΥ ΚΑΛΛΙΕΡΓΕΙΤΑΙ ΑΠΟ ΔΙΑΧΡΟΝΙΚΑ ΗΤΤΟΠΑΘΕΙΣ ΗΓΕΣΙΕΣ, Η ΟΠΟΙΑ ΕΠΙΜΕΝΕΙ ΣΤΗ ΔΙΕΞΑΓΩΓΗ ΕΝΟΣ ΑΤΕΡΜΟΝΟΣ ΔΙΑΛΟΓΟΥ ΜΕ ΤΟΝ ΚΑΤΑΚΤΗΤΗ, ΠΡΟΣΔΟΚΩΝΤΑΣ ΝΑ ΑΠΟΦΕΡΕΙ Ο ΔΙΑΛΟΓΟΣ, «ΩΣ ΕΚ ΘΑΥΜΑΤΟΣ», ΕΠΙΛΥΣΗ ΤΟΥ ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΟΣ
Η Κύπρος και το Κυπριακό Πρόβλημα αιφνιδίως και παραδόξως έπαυσε μετά τον τραγικό Ιούλιο - Αύγουστο του 1974 να αποτελεί διεθνές πρόβλημα διαστάσεων τέτοιων, που να συγκαταλέγεται, όπως τη δεκαετία του 1960, στα ζητήματα εκείνα που χαρακτηρίζονταν ως απειλούντα την παγκόσμια ειρήνη και τη διεθνή ασφάλεια. Τούτο γιατί διαχρονικά η κυπριακή ηγεσία και η Αθήνα, με εξαίρεση τη βραχεία περίοδο εξαγγελίας του Δόγματος του Ενιαίου Αμυντικού Χώρου Ελλάδας - Κύπρου επί αειμνήστων Γεράσιμου Αρσένη και Ανδρέα Παπανδρέου, εγκατέλειψαν την αγωνιστική διάσταση προσέγγισης του Κυπριακού Προβλήματος και ενστερνίστηκαν την πορεία διαπραγμάτευσης μεσούσης της τουρκικής κατοχής.
Υπάρχει μια ψευδαίσθηση που καλλιεργείται από διαχρονικά ηττοπαθείς ηγεσίες, η οποία επιμένει στη διεξαγωγή ενός ατέρμονος διαλόγου με τον κατακτητή, προσδοκώντας να αποφέρει ο διάλογος, «ως εκ θαύματος», επίλυση του Προβλήματος. Στις λίγες στιγμές αληθινού εγχειρήματος αγωνιστικής και σθεναρής προσέγγισης του Κυπριακού Ζητήματος ανήκει και η ίδρυση, τη δεκαετία του 2000, της Επιτροπής για την Ευρωπαϊκή Λύση του Κυπριακού, με τη συμμετοχή διαπρεπών Ευρωπαίων ακαδημαϊκών, τη πρωτοβουλία Ελλήνων Κυπρίων της διασποράς. Στη διεθνή διάσταση της Επιτροπής ανήκει, ανάμεσα σε άλλες διακεκριμένες προσωπικότητες της Ευρώπης και του ελληνικού χώρου, ο καθηγητής συνταγματικού δικαίου στα Πανεπιστήμια Γενεύης και Ζυρίχης, Andreas Auer.
Το γεγονός της δημιουργίας ενός διεθνούς συμβουλίου εμπειρογνωμόνων, που είχε ως στόχο την προώθηση του Κυπριακού Προβλήματος μέσα από την εκπόνηση ενός πλαισίου αρχών επίλυσης του Κυπριακού, στο οποίο να εντάσσονται βασικές προδιαγραφές λειτουργίας ενός σύγχρονου, δημοκρατικού κράτους, υπήρξε από μόνο του τεράστιο βήμα στη διεθνή προβολή του Κυπριακού. Αυτό θα σήμαινε πως η Κύπρος εδικαιούτο να αποκτήσει τη συγκρότηση της λαϊκής κυριαρχίας, που αναφέρεται στη λειτουργία του λαού, κατ’ εφαρμογήν της δημοκρατικής αρχής ενιαία, καθολικά και αδιαίρετα.
Τούτο δεν αξιοποιήθηκε από την κυπριακή ηγεσία δεόντως. Τοιουτοτρόπως, οδηγήθηκε η Επιτροπή στην εκπόνηση των πορισμάτων της για τη λύση του Κυπριακού, τα οποία και παρουσιάστηκαν στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, στα οποία δεν δόθηκε ουδέποτε και ουδόλως από τις ηγεσίες του Ελληνισμού, Κύπρου και Ελλάδος, η απαραίτητη έμπρακτη πολιτική συνέχεια. Παρά ταύτα, η προσφορά του συνταγματολόγου, Andreas Auer, υπήρξε μεγάλη και σημαντική. Ο καθηγητής Auer, θανών εσχάτως, παραμένει κατά τα οφειλόμενα ζωντανός και φωτεινός στη μνήμη όλων εκείνων που είχαν την τύχη να τον γνωρίσουν και να θαυμάσουν την πίστη, αλλά και την αγωνία ενός λαμπρού Ευρωπαίου διανοουμένου για την Κύπρο, για το παρόν, κυρίως, όμως, για το μέλλον της μεγαλονήσου και του Eλληνισμού ευρύτερα.
Ο Andreas Auer συνήθιζε να υπογραμμίζει, αναφερόμενος στο ελβετικό παράδειγμα πολιτειακής δομής και συνταγματικής συγκρότησης, το οποίο διάφοροι προχειρολογούντες επικαλούνται για την κυπριακή περίπτωση, πως η ελβετική ομοσπονδία οικοδομήθηκε εν ελευθερία και άνευ ξένων παρεμβατικών δικαιωμάτων ή επεμβατικών πράξεων. Η Κύπρος, κατά ταύτα, μπορεί να μετατραπεί σε Ελβετία της Μεσογείου, αν αρθούν οι συνθήκες κατοχής και διαρκούς απειλής από την Άγκυρα και οικοδομηθεί ένα σύγχρονο, δημοκρατικό και ασφαλές για το σύνολο του πληθυσμού του πολιτικό σύστημα, δηλαδή ένα κράτος δικαίου. Τούτο θα επέβαλλε ως προϋπόθεση, άνευ της οποίας ουδέν, την απόσυρση των στρατευμάτων κατοχής και την αποκατάσταση της κυπριακής ελευθερίας και νομιμότητας κατά ταύτα στη Μεγαλόνησο.
Αυτές είναι θέσεις ανθρώπων και προσωπικοτήτων που άνευ φόβου και μετά πάθους στηρίζουν την κυπριακή υπόθεση ως υπόθεση δικαιοσύνης, δημοκρατίας και επιβίωσης ενός λαού στη γη των προγόνων του. Ο Κυπριακός Ελληνισμός αντλεί δύναμη αντοχής και ικανότητας εθνικής επιβίωσης από την τρισχιλιετή ιστορία και τον ελληνικό πολιτισμό, που αποτελούν σταθερά και πανίσχυρα γνωρίσματα της ταυτότητάς του. Αυτό σημαίνει πως τούτος ο Ελληνισμός περιβάλλεται από τη δύναμη της ταυτότητας, την οποία αενάως και αόκνως επιστρατεύεται να υπερασπίζει κατά πάντα και έναντι πάντων. Κατά τούτο δε και ο διεξαγόμενος αγώνας είναι εν διαρκή πορεία αντοχής και διεκδίκησης, που σημαίνει την επιβίωση του Ελληνισμού ως ταυτότητας και ως παράλληλης αξίωσης για οικοδόμηση ενός κράτους που να στηρίζεται στην δημοκρατική αρχή και τις επιταγές του κράτους δικαίου.
Είναι αδιανόητο για ένα ευρωπαϊκό κράτος με ελληνικές ρίζες, όπως η Κύπρος, να απαρνιέται τις αρχές της δημοκρατίας και του κράτους δικαίου για την οργάνωση της ζωής, της επιβίωσης του παρόντος και του μέλλοντός του και να συζητά προγράμματα και σχέδια που παραπέμπουν στο σύστημα φυλετικών διακρίσεων απελθόντων αιώνων ή και σε αντίστοιχα αποτελούντα απότοκο απορριφθέντων διά της ψήφου του λαού Σχεδίων τύπου Ανάν, που δεν προσομοιάζουν διόλου ούτε με την πολιτιστική μας ταυτότητα, ούτε με την ευρωπαϊκή πορεία της Κύπρου. Η αποφασιστικότητα της πολιτικής ηγεσίας και η αναγκαιότητα ύπαρξης σχεδίου ορίζουν τις συνθήκες εκείνες που θα επιτρέψουν στην Κύπρο να προετοιμάσει την έλευση ενός δημοκρατικού, δηλαδή ενός ελευθέρου μέλλοντος. Αυτό προϋποθέτει αντοχή και υπεράσπιση της ύπαρξής μας ως πολιτιστικής οντότητας, δηλαδή ως παρόντος, προπάντων δε ως μέλλοντος.
ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΣ Κ. ΓΙΑΛΛΟΥΡΙΔΗΣ
Καθηγητής Διεθνούς Πολιτικής,
Διευθυντής Κέντρου Ανατολικών Σπουδών
για τον Πολιτισμό και την Επικοινωνία,
Πάντειο Πανεπιστήμιο




