· Απαιτείται η προώθηση πολιτικών που θα περιορίζουν στο ελάχιστο τον αθέμιτο ανταγωνισμό στην αγορά εργασίας και θα καλλιεργούν κλίμα εμπιστοσύνης μεταξύ εργοδοτών - εργαζομένων
Διανύουμε τον τελευταίο μήνα του 2018 και τα μηνύματα που αναδύονται από το μέτωπο της οικονομίας είναι αισιόδοξα. Οι ρυθμοί ανάπτυξης και η μεγέθυνση του Ακαθάριστου Εθνικού Προϊόντος κινούνται σε πολύ ικανοποιητικά επίπεδα, ενώ η ανεργία συνεχίζει σταθερά την καθοδική της πορεία πέφτοντας κάτω από 8%. Με άλλα λόγια, η κυπριακή οικονομία μέσα στο τρέχον έτος ξέφυγε από τη φάση της ανάκαμψης και μεταπήδησε στην τροχιά της ανάπτυξης, με όλα τα θετικά συνεπακόλουθα.
Μέσα σ’ αυτό το σκηνικό, τα εργατικά συνδικάτα νομιμοποιούνται να διεκδικήσουν μισθολογικές αυξήσεις και βελτίωση παρεμφερών ωφελημάτων, λαμβάνοντας πολύ σοβαρά υπ’ όψιν πως οι εργαζόμενοι πλήρωσαν την τελευταία επταετία βαρύ τίμημα μέσω περικοπής μισθών και έκτατης εισφοράς για να σωθεί η κυπριακή οικονομία. Σε μια περίοδο που οι μισθοί των εργαζομένων έχουν συρρικνωθεί σημαντικά, ενώ η κερδοφορία των επιχειρήσεων καταγράφει ανοδική πορεία, οι εργαζόμενοι δικαιούνται καλύτερους μισθούς και πιο αξιοπρεπείς θέσεις εργασίας.
Ήλθε η ώρα, στη μετα-κρίση εποχή που διανύουμε, να εμπεδωθούν πιο υγιείς εργασιακές σχέσεις, προκειμένου να ελαχιστοποιηθούν οι κίνδυνοι αναταραχής στην αγορά εργασίας και να προχωρήσει απρόσκοπτα η πορεία οικονομικής ανάπτυξης, συμβάλλοντας στην ενδυνάμωση του κοινωνικού κράτους, το οποίο έχει πληγεί καίρια τα τελευταία επτά χρόνια. Ο μύθος ότι οι μισθοί αποτελούν τροχοπέδη στην ανάπτυξη έχει καταρριφθεί. Έχει τεκμηριωθεί πως οι μισθοί δεν αποτελούν ανταγωνιστικό μειονέκτημα για τις επιχειρήσεις, ενώ, σύμφωνα με διεθνείς μελέτες, συμπεριλαμβανομένου και του ΔΝΤ, οι συλλογικές συμβάσεις μειώνουν τις μισθολογικές ανισότητες, υποβοηθώντας, παράλληλα, την άρση του αθέμιτου ανταγωνισμού ανάμεσα στους εργαζομένους αλλά και στις ίδιες τις επιχειρήσεις.
Παρέμβαση της Πολιτείας
Στη βάση αυτής της προοπτικής, η Πολιτεία καλείται να προωθήσει τις ενδεικνυόμενες πολιτικές, για να ενισχυθεί το σύστημα συλλογικών διαπραγματεύσεων και να ρυθμιστεί η αγορά εργασίας, περιορίζοντας τον αθέμιτο ανταγωνισμό, ο οποίος εκτοξεύτηκε στα ύψη κατά τη διάρκεια της οικονομικής κρίσης. Προς την κατεύθυνση αυτή, απαιτείται:
· Η πάταξη της αδήλωτης απασχόλησης και άλλων παρανομιών στην αγορά εργασίας, όπως η καταστρατήγηση του Διατάγματος για τον κατώτατο μισθό και οι παραβιάσεις των συλλογικών συμβάσεων από επιτήδειους εργοδότες. Είναι ευθύνη του Κοινοβουλίου, η τάχιστη ψήφιση των κανονισμών για τη σύσταση και λειτουργία της Ενιαίας Υπηρεσίας Επιθεωρητών, η οποία, αναβαθμιζόμενη τόσο ποσοτικά, όσο και ποιοτικά, με το κατάλληλο ανθρώπινο δυναμικό, θα συμβάλει καθοριστικά στην εξάλειψη κάθε μορφής παρανομίας που παρατηρείται στους χώρους εργασίας. Η κωλυσιεργία που επιδεικνύει η Βουλή στο θέμα αυτό είναι πολύ ανησυχητική, πυροδοτώντας κλίμα αναταραχής και έντασης στο εργασιακό μέτωπο, στοιχεία που υποσκάπτουν την υγιή οικονομική ανάπτυξη.
Ήδη στους νευραλγικούς τομείς της ξενοδοχειακής και οικοδομικής βιομηχανίας κυριαρχούν ανεξέλεγκτες καταστάσεις, που ανά πάσα στιγμή μπορεί να ανοίξουν τον Ασκό του Αιόλου, με ανεπανόρθωτες ζημιές στα κοινωνικοοικονομικά μας πράγματα, σε μια περίοδο που η χώρα προσπαθεί να βρει τον βηματισμό της, μετά την κατηφόρα που μας έσυρε η βαθιά οικονομική ύφεση, η τραπεζική κατάρρευση και γενικότερα η οικονομική τραγωδία.
· Η εξάλειψη του φαινομένου της Αγοράς Υπηρεσιών, η οποία έχει εισαχθεί παράτυπα στην αγορά εργασίας ως μία νέα μορφή επισφαλούς απασχόλησης, που συνθλίβει τους μισθούς, πλήττοντας ταυτόχρονα τα Κοινωνικά Ταμεία.
· Η νομοθετική ρύθμιση βασικών όρων απασχόλησης κατά τρόπο που να καλύπτουν το σύνολο των μισθωτών.
· Η μείωση φορολογιών που επιβαρύνουν το εργατικό κόστος, μέσω υιοθέτησης φορολογικής μεταρρύθμισης που θα τεθεί σε ισχύ μέσα στον επόμενο χρόνο.
Σε τούτη τη χρονική συγκυρία επιβάλλεται να εφαρμοσθούν οι πιο πάνω πολιτικές, σε μια προσπάθεια να ορθοποδήσει η κοινωνία και η νέα γενιά να βρει τη χαμένη αυτοπεποίθησή της μέσω ποιοτικών και καλά αμειβόμενων θέσεων εργασίας, διανοίγοντας ελπιδοφόρες προοπτικές για το αύριο.
ΞΕΝΗΣ Χ. ΞΕΝΟΦΩΝΤΟΣ
Δημοσιογράφος




