«Η ημικρανία δεν είναι "ένας απλός πονοκέφαλος", αλλά αποτελεί μια σοβαρή νευρολογική νόσο, η οποία επηρεάζει αρνητικά την ποιότητα ζωής των ασθενών».

Ο πονοκέφαλος, ή η κεφαλαλγία όπως αποκαλείται στην ιατρική ορολογία, αποτελεί το πιο συχνό νευρολογικό σύμπτωμα και μπορεί να οφείλεται σε μια πλειάδα διαφορετικών καταστάσεων. Σύμφωνα με τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας (ΠΟΥ), περίπου ο μισός ενήλικος πληθυσμός παγκοσμίως, ανεξαρτήτως γεωγραφικής ή φυλετικής προέλευσης, υποφέρει από πονοκεφάλους. Αξίζει να αναφερθεί ότι η κεφαλαλγία αποτελεί διεθνώς το τρίτο συχνότερο αίτιο σημαντικής αναπηρίας, με την έννοια της απώλειας λειτουργικού χρόνου λόγω του πόνου. Πρόκειται δηλαδή για μια πολύ συχνή διαταραχή, η οποία, όμως, επηρεάζει σημαντικά την ποιότητα ζωής των ασθενών.

Οι κεφαλαλγίες χωρίζονται αδρά σε πρωτογενείς και δευτερογενείς. Οι δευτερογενείς κεφαλαλγίες οφείλονται σε μία υποκείμενη νόσο και η αντιμετώπισή τους σχετίζεται άμεσα με τον τρόπο διαχείρισης του συγκεκριμένου νοσήματος. Στις πρωτογενείς κεφαλαλγίες δεν υπάρχει κάποιο υποκείμενο παθολογικό αίτιο και σε αυτές περιλαμβάνονται, μεταξύ άλλων, η κεφαλαλγία τάσης και η ημικρανία. Πολλές φορές στην καθομιλουμένη λανθασμένα χρησιμοποιείται ο όρος «ημικρανία» συνώνυμα με τον όρο «πονοκέφαλος» και το γεγονός αυτό προκαλεί σύγχυση όχι μόνο ανάμεσα στον γενικό πληθυσμό, αλλά κάποιες φορές ακόμη και ανάμεσα στους επαγγελματίες υγείας. Η σωστή διαφοροδιάγνωση μεταξύ της ημικρανίας και των υπόλοιπων τύπων κεφαλαλγίας είναι υψίστης σημασίας, καθώς ο κάθε τύπος ανταποκρίνεται σε διαφορετικού είδους θεραπεία και συνδέεται με διαφορετικά χαρακτηριστικά.

Δυστυχώς, παρά τον υψηλό επιπολασμό της νόσου και τις σοβαρές συνέπειες που ενδέχεται να έχει, η ημικρανία παραμένει σε μεγάλο ποσοστό ανεπαρκώς αναγνωρισμένη και κατ’ επέκτασιν χωρίς την κατάλληλη θεραπεία. Σύμφωνα και πάλι με τον ΠΟΥ, ένας από τους κύριους λόγους της ανεπαρκούς αντιμετώπισης της ημικρανίας είναι η έλλειψη εξειδίκευσης από τους επαγγελματίες υγείας, καθώς και η ελλιπής ενημέρωση του κοινού. Για τον λόγο αυτό, οι ασθενείς με κεφαλαλγίες πρέπει να παραπέμπονται έγκαιρα στον νευρολόγο, ο οποίος αποτελεί τον εξειδικευμένο ιατρό για την αντιμετώπιση των ημικρανιών. Η παραπομπή αυτή έχει ως αποτέλεσμα να γίνεται έγκαιρα η σωστή διάγνωση και -το σημαντικότερο- να δίνεται η κατάλληλη θεραπεία.

Η ημικρανία ξεκινάει συνήθως κατά την εφηβεία και επηρεάζει κυρίως ενήλικες μεταξύ 35 και 45 ετών. Χαρακτηρίζεται από επαναλαμβανόμενα επεισόδια κεφαλαλγίας, τα οποία συνήθως διαρκούν 4 με 72 ώρες. Είναι συχνότερη στις γυναίκες σε αναλογία περίπου δύο προς ένα, κυρίως λόγω ορμονικών παραγόντων. Τα τυπικά χαρακτηριστικά της ημικρανίας είναι ο πόνος μέτριου έως σοβαρού βαθμού, με σφύζοντα/παλλόμενο χαρακτήρα, ο οποίος επηρεάζει συνήθως τη μια πλευρά του κεφαλιού, σε αντίθεση με την κεφαλαλγία τάσης (η συχνότερη πρωτογενής κεφαλαλγία), η οποία κατά κανόναν είναι ηπιότερης έντασης και περιγράφεται με συσφικτικό χαρακτήρα - σαν “μέγγενη” ή σαν “μια σφιχτή ζώνη γύρω από το κεφάλι” και η οποία επηρεάζει συνήθως ολόκληρο το κεφάλι.

Επιπρόσθετα χαρακτηριστικά της ημικρανίας είναι η ναυτία με ή χωρίς έμετο, η επιδείνωση του πόνου με τη σωματική άσκηση, η φωτοφοβία (ευαισθησία στο φως) και η φωνοφοβία (ευαισθησία στον ήχο). Σε μια υποκατηγορία ασθενών με ημικρανία, εμφανίζεται συνήθως πριν από την έναρξη του πονοκεφάλου η επονομαζόμενη αύρα και χαρακτηρίζεται από κυρίως αισθητικά ή οπτικά συμπτώματα, όπως μούδιασμα και φωταψίες.

Η θεραπεία της ημικρανίας χωρίζεται στη συμπτωματική (αντιμετώπιση των οξέων επεισοδίων ημικρανίας) και στην προφυλακτική (που στόχο έχει τη μείωση της συχνότητας των επεισοδίων). Η συμπτωματική θεραπεία περιλαμβάνει τη χορήγηση αναλγητικών ουσιών ή/και μη στεροειδών αντιφλεγμονωδών φαρμάκων, συνήθως με συνδυασμό αντιεμετικών ουσιών, καθώς και ειδικών αντιημικρανικών ουσιών (όπως οι τριπτάνες). Στη θεραπεία πρόληψης περιλαμβάνεται η αποφυγή των εκλυτικών παραγόντων, η μη-φαρμακευτική αγωγή (συμπεριφορικές θεραπείες όπως η βιοανάδραση και η θεραπεία χαλάρωσης), φαρμακευτικές ουσίες (όπως βήτα αποκλειστές, τοπιραμάτη, η χρήση μυοχαλαρωτικών ενέσεων αλλαντικής τοξίνης κ.ά.) και η μη επεμβατική περιφερική νευροδιέγερση. Στις νεότερες υποσχόμενες θεραπείες για την πρόληψη των ημικρανιών περιλαμβάνεται η χορήγηση μονοκλωνικών αντισωμάτων.

Συνοψίζοντας, είναι σημαντικό να κατανοήσουμε ότι η ημικρανία δεν είναι «ένας απλός πονοκέφαλος», αλλά αποτελεί μια σοβαρή νευρολογική νόσο, η οποία επηρεάζει αρνητικά την ποιότητα ζωής των ασθενών. Για τον λόγο αυτό, είναι επιτακτική η ανάγκη της έγκαιρης διάγνωσής της από εξειδικευμένους νευρολόγους, με στόχο την ανεύρεση της κατάλληλης θεραπείας.

ΔΡ ΣΑΚΗΣ ΛΑΜΠΡΙΑΝΙΔΗΣ
Νευρολόγος