Αυτή η κινητοποίηση νεολαίας και κοινωνίας προσεγγίζεται και ως μια ορατή μορφή απονομιμοποίησης της πολιτικής εξουσίας στη σχέση ηγεσίας και κοινωνίας, γνωστού όντος πως κάθε πολιτική εξουσία παραπέμπει στην αποδοχή της από την κοινωνία για να νομιμοποιείται. Το φαινόμενο ανάγεται σε μία κατ' εξοχήν γαλλική παθογένεια, διά του οποίου, εν προκειμένω, αποτυπώνεται μια μειωμένης αποδοχής λειτουργία στη σχέση κοινωνίας και πολιτικής εξουσίας

Υπάρχουν πολλές και διαφοροποιημένες δυνατότητες προβολής αντιστασιακής αντίδρασης σε κρατικές, κυβερνητικές, εν προκειμένω, πολιτικές, αφορώσες σε ζητήματα και δράσεις, που άπτονται θεμάτων καθημερινότητας και της ζωής εν γένει των πολιτών, που συνέχουν την διάσταση μιας πορείας, ενός πλαισίου δραστηριοποίησης, αναδεικνύοντας στη δημοσιότητα με ξεχωριστά μοναδικό τρόπο αντιλήψεις ζωής και παραστάσεις πολιτικής.

Η πρόσφατη κινητοποίηση, κατά ταύτα, στη Γαλλία δυναμικά ενεργών πολιτών φερόντων κίτρινα γιλέκα, που έγιναν και κατά τούτο γνωστοί ως το κίνημα των «Κίτρινων Γιλέκων», που συνυφαίνετο ως ενότητα ανθρώπων, προερχομένων από όλες τις τάξεις, κοινωνικές διαστρωματώσεις και πάσης ηλικίας, δεν είναι μονοσήμαντα εξηγήσιμη, δεν αφορά δηλαδή αυτό τούτο το ζήτημα της αύξησης της τιμής των καυσίμων αυτό καθ’ εαυτό και μόνο. Η αντίδραση των Γάλλων θα ήταν εν προκειμένω δυσανάλογη του θέματος.

Αντιθέτως, λειτούργησε προδήλως ως αφορμή, που προκάλεσε ανάφλεξη στην παρισινή και την γαλλική εν γένει κοινωνία, με τη νεολαία να βρίσκεται στην εμπροσθοφυλακή των κινητοποιήσεων κατά της πολιτικής ηγεσίας της χώρας. Δεδομένης της διεθνούς περιβαλλοντικής πολιτικής στην οποία συμμετέχει και η Γαλλία διά του Μακρόν κατ' εξοχήν και ενόψει μιας εμφιλοχωρούσης βαθιάς κοινωνικής κρίσης, που τα τελευταία χρόνια προβάλλει ως ιδιαιτέρως αισθητή, προφανώς οι αυξήσεις στην τιμή των καυσίμων αποτελούν μόνο τη θρυαλλίδα, εν είδει φυτιλίου, εκδήλωσης μιας βαθύτερης αγωνίας και φόβου των νέων ανθρώπων για το παρόν, κυρίως, όμως, για το μέλλον των ιδίων και της κοινωνίας εν συνόλω.

Η εμφάνιση των Κίτρινων Γιλέκων εκδηλώθηκε με αφετηριακό πρόσχημα τη γνωστή υπόθεση των καυσίμων. Εκείνο, όμως, που προδήλως συνέχει την κινητοποίηση είναι η έλλειψη εμπιστοσύνης προς την ηγεσία της χώρας. Αυτή η κινητοποίηση νεολαίας και κοινωνίας προσεγγίζεται και ως μια ορατή μορφή απονομιμοποίησης της πολιτικής εξουσίας στη σχέση ηγεσίας και κοινωνίας, γνωστού όντος πως κάθε πολιτική εξουσία παραπέμπει στην αποδοχή της από την κοινωνία για να νομιμοποιείται. Το φαινόμενο ανάγεται σε μία κατ' εξοχήν γαλλική παθογένεια, διά του οποίου, εν προκειμένω, αποτυπώνεται μια μειωμένης αποδοχής λειτουργία στη σχέση κοινωνίας και πολιτικής εξουσίας.

Έτσι, ενώ η κυβέρνηση Εμμανουέλ Μακρόν ενέδωσε τελικά στην απαίτηση της γαλλικής νεολαίας και κοινωνίας για κατάργηση των μέτρων ως προς την τιμή των καυσίμων, έστω και προσωρινώς, τα «κίτρινα γιλέκα» δεν αποσύρονται, ενώ οι επικεφαλής τών κατά ταύτα διεκδικούντων και απεργούντων δεν παραιτούνται της εν γένει συγκρουσιακής δράσης και αντιπαράθεσης με την πολιτική ηγεσία της χώρας. Τα ανωτέρω διευρύνουν όχι μόνο τον θεματικό ορίζοντα των προβλημάτων, αλλά προπάντων ο κατάλογος των αιτημάτων και διεκδικήσεων επεκτείνεται περίπου αυτοματοποιημένα σε ευρύτερα ζητήματα της επαγγελματικής και εν γένει κοινωνικής δραστηριότητας, αποτυπώνοντας μια σειρά προβαλλομένων αξιώσεων, αποτελούσα προϊόν, τουτέστιν, απότοκο της αρχικής συγκρουσιακής αντιπαράθεσης και του κατά ταύτα εξαναγκασμού της γαλλικής κυβέρνησης σε ενεργό υποχώρηση.

Το γεγονός αυτό θα αποτελέσει πιθανότατα απαρχή εκδήλωσης μιας κλιμακούμενης προβολής αιτημάτων παντός τύπου, προσανατολισμού και προέλευσης, τα οποία λογικώς και φυσιολογικώς δεν θα ετίθεντο, κυρίως τώρα και κατ’ αυτόν τον τρόπο, δηλαδή επιτακτικώς. Τούτου δοθέντος, θα ακολουθηθεί μια διαδρομή σισύφειας λογικής, που θα καταστήσει τη σχέση κράτους και κοινωνίας ως ενεργοποιημένου και δυναμικώς δρώντος οργανισμού περίπου ανεξέλεγκτη.

Συμπερασματικά, οι κοινωνικές διεκδικήσεις εκδηλώνουν μια κατά πάντα φυσιολογική στάση και θέση της κοινωνίας στις σχέσεις με την εξουσία, την κρατική εν προκειμένω δομή, που αποτυπώνει, λογικώς και κατά φύσιν, την αντίπερα όχθη της κοινωνίας και του λαού ως ιστορικής και διαρκώς οιονεί παρούσης κοινωνικής πραγματικότητας και διαλεκτικής διεργασίας. Η ευρωπαϊκή δημοσιότητα προσλαμβάνει το φαινόμενο, όχι τόσο στις πραγματικές του διαστάσεις, δηλαδή αυτές μιας γαλλικής παθογένειας, αλλά διατρέχεται από τον φόβο της διάχυσής του, που συνιστά το πλαίσιο της μεγάλης εικόνας.

Δεδομένου πως η Γαλλία δεν κείται ως νησίδα στον ωκεανό απομονωμένη, αλλά είναι μέρος του ευρωπαϊκού παζλ, η ευρωπαϊκή ηγεσία, η οποία δεν είναι σε θέση να βοηθήσει την Γαλλία, ανησυχεί μόνο από μία ενδεχόμενη μετάδοση του γαλλικού «ιού» σε μια διαδικασία ντόμινο effect, που να προκαλέσει δυσκόλως διαχειρίσιμες παράλληλες αντιδράσεις σε άλλες μητροπόλεις της Γηραιάς Ηπείρου. Ενώπιον ενός τέτοιου ενδεχομένου, τα κράτη-μέλη της ΕΕ θα υποχρεωθούν κατά ταύτα να προετοιμαστούν για να αντιμετωπίσουν προληπτικά την πιθανότητα μετάδοσης αντιστοίχων Κίτρινων Γιλέκων στις χώρες τους, όπερ διόλου απίθανο.

ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΣ Κ. ΓΙΑΛΛΟΥΡΙΔΗΣ
Καθηγητής Διεθνούς Πολιτικής,
Διευθυντής Κέντρου Ανατολικών Σπουδών
για τον Πολιτισμό και την Επικοινωνία,
Πάντειο Πανεπιστήμιο