Το σύστημα που συνδέει την Ουκρανία με τον κόσμο δεν είναι ανεξάρτητο των σχέσεών της με τη Μόσχα, όπως και η πορεία του Κιέβου προς τη Δύση δεν μπορεί να επιφέρει σύγκρουση Δύσης με Μόσχα. Στο πλαίσιο αυτό, γίνεται αντιληπτή η έννοια του αστάθμητου παράγοντα, ο οποίος συνίσταται στη χώρα ή στην προσωπικότητα εκείνη που ηγείται συναφώς και που στις πολιτικές διαδρομές της εμπλοκής του στη διεθνή πολιτική δεν υπολογίζει τις ισορροπίες που υφίστανται μεταξύ των διαφόρων δυνάμεων, οι οποίες συγκροτούν τη δεδομένη στιγμή το διεθνές σύστημα

Μετά τη διάλυση του σοβιετικού ιμπέριουμ τον Δεκέμβριο του 1991 και τη δημιουργία αντιστοίχων με τις 15 πρώην σοβιετικές πολιτείες ανεξαρτήτων κρατών, η Ρωσική Ομοσπονδία ανέπτυξε το γνωστό ως δόγμα του «Εγγύς Εξωτερικού». Η έννοια «Εγγύς Εξωτερικό» παραπέμπει στην ιδιαίτερη σημασία που αποδίδει το ρωσικό κράτος σε αυτές τις νέες χώρες ως προς την σχέση εξάρτησης που δεδομένα υφίσταται μεταξύ αυτών και της Μόσχας. Έναντι της οπτικής αυτής, οποιεσδήποτε κινήσεις κάνουν τα κράτη αυτά σε σχέση με τον διεθνή ρόλο και την εξωτερική τους πολιτική πρέπει, εν προκειμένω, να λαμβάνουν υπόψη τους τα συμφέροντα και τη στρατηγική της Ρωσίας. Οι περιοχές αυτές είναι στη στρατηγική αντίληψη της Μόσχας μερικώς ανεξάρτητες, διότι εποπτεύονται, δηλαδή κηδεμονεύονται, από τη Ρωσική Ομοσπονδία.

Η Ουκρανία, μάλιστα, που αποτελεί μια περιοχή που ανήκε μέχρι την δεκαετία του 1950 στο σοβιετικό σύστημα ως αναπόσπαστο τμήμα του και στην οποία ο Νικίτα Χρουστσόφ, τότε ηγέτης της ΕΣΣΔ, απέδωσε μια μερική ανεξαρτησία, διότι ήταν και ο τόπος καταγωγής του, συνιστά σήμερα έναν χώρο τον οποίο η Μόσχα αντιλαμβάνεται με την έννοια του υφισταμένου από το 1991 ως άνω δόγματος. Η Κριμαία, στην οποία υπάγεται και η χερσόνησος του Κερτς, προσαρτήθηκε μονομερώς το 2014 από τη Μόσχα, ενέργεια η οποία έτυχε της σχετικής αρνητικής στάσης των Ηνωμένων Εθνών, όσο και της κρατούσας δομής της διεθνούς κοινότητας, χωρίς, όμως, να επηρεάσει τις διαμορφωθείσες πραγματικότητες, τις οποίες επέβαλε η πολιτική και στρατηγική βούληση της Ρωσίας, καθώς και τη θέση της τελευταίας στη διεθνή πολιτική.

Τα Στενά του Κερτς βρίσκονται σε ένα σημείο στρατηγικής σημασίας, που συνδέει την Αζοφική Θάλασσα με την Κριμαία και επομένως εντάσσονται στα γεωστρατηγικά ενδιαφέροντα και συμφέροντα της Ρωσικής Ομοσπονδίας, τα οποία δεν έχει καμία πρόθεση ή διάθεση επ’ ουδενί να εγκαταλείψει. Δεδομένου ότι η Μόσχα θεωρεί τα Στενά υπαγόμενα στην επικράτειά της, η διέλευση των ουκρανικών πλοίων, εσχάτως, έπρεπε να τύχει της έγκρισης των ρωσικών Αρχών, πράγμα που το Κίεβο δεν έπραξε. Πρόκειται για μια εμφανή εκδήλωση κυριαρχίας του ρωσικού κράτους, με την οποία διαδηλώνει και διεθνώς για πολλοστή φορά την αποφασιστικότητά του να υπογραμμίζει πάντοτε την υπαγωγή της Ουκρανίας στη ρωσική εποπτεία, εφαρμόζοντας, έτσι, εν τοις πράγμασι, το δόγμα τού Εγγύς Εξωτερικού.

Η έκκληση του Πέτρο Ποροσένκο για βοήθεια και στήριξη από τους ευρωπαϊκούς και δυτικούς θεσμούς δεν πρόκειται να βρει καμιάν ανταπόκριση στους πολιτικούς χώρους της Δύσης, Ευρώπης και Αμερικής. Τούτο, γιατί η σχέση της Ουάσιγκτον με τη Μόσχα είναι στρατηγικής υφής, ενώ η περίπτωση Ποροσένκο και Ουκρανίας εκλαμβάνεται ως κίνηση τακτικού επιπέδου, η οποία θα χρησιμοποιηθεί όταν και όπως θα την αξιοποιήσουν και θα την αξιολογήσουν οι στρατηγικές αντιλήψεις της Δύσης. Αυτό που μπορεί κανείς να σημειώσει επ’ αυτού είναι πως ουδείς Ποροσένκο είναι σε θέση να λειτουργήσει ως παράγοντας αστάθειας και δυνάμει σύγκρουσης μεταξύ Μόσχας και Ουάσιγκτον για θέματα που δεν εντάσσονται στη στρατηγική ατζέντα ούτε της Αμερικής, ούτε της Ευρώπης.

Ο Ουκρανός Πρόεδρος κινείται σε μια σφαίρα άνευ διεθνοπολιτικού υποβάθρου, που υπαγορεύεται από συμφέροντα, επιχειρώντας τοιουτοτρόπως να ρυμουλκήσει το δυτικό στρατόπεδο στις δικές του τακτικές κινήσεις. Στρατηγική του στόχευση αποτελεί ο διεμβολισμός των σχέσεων Ευρώπης και Δύσης με τη Μόσχα, επιτυγχάνοντας την κλιμάκωση της συγκρουσιακής τους διάστασης, που μπορεί να υφίσταται σε υποβόσκουσα μορφή, προκειμένου να ενισχύσει τις θεσμικές και πολιτικές σχέσεις του με το δυτικό στρατόπεδο.

Είναι φυσικό πως η επιδιωκόμενη στρατηγική ενίσχυσης των σχέσεων του Κιέβου με τη Δύση θα είχε θετικό αντίκτυπο, εν προκειμένω, στο εσωτερικό για τον ίδιο τον Πρόεδρο Ποροσένκο, δεδομένων μάλιστα και των επικείμενων προεδρικών εκλογών στη χώρα. Κατά συνέπειαν, η κήρυξη στρατιωτικού νόμου αποσκοπούσε αυτονοήτως στη δημιουργία εκείνων των εσωτερικών προϋποθέσεων λαϊκής κινητοποίησης στο πλευρό της ηγεσίας σε ένα επίπεδο, όπως αποκαλείται, «rally effect», το οποίο αποσκοπεί στη συσπείρωση του πληθυσμού γύρω από τον ηγέτη και τον κατά ταύτα προσδιορισμό της «εχθρικής εικόνας».

Το σύστημα που συνδέει την Ουκρανία με τον κόσμο δεν είναι ανεξάρτητο των σχέσεών της με τη Μόσχα, όπως και η πορεία του Κιέβου προς τη Δύση δεν μπορεί να επιφέρει σύγκρουση Δύσης με Μόσχα. Στο πλαίσιο αυτό, γίνεται αντιληπτή η έννοια του αστάθμητου παράγοντα, ο οποίος συνίσταται στη χώρα ή στην προσωπικότητα εκείνη που ηγείται συναφώς και που στις πολιτικές διαδρομές της εμπλοκής του στη διεθνή πολιτική δεν υπολογίζει τις ισορροπίες που υφίστανται μεταξύ των διαφόρων δυνάμεων, που συγκροτούν τη δεδομένη στιγμή το διεθνές σύστημα. Στην προκειμένη περίπτωση, ο Ουκρανός Πρόεδρος δραστηριοποιείται χωρίς να λαμβάνει υπόψη του τις στρατηγικές σχέσεις συμφερόντων, που ούτως ή άλλως υφίστανται μεταξύ Ουάσιγκτον - Μόσχας, Βερολίνου - Μόσχας.

ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΣ Κ. ΓΙΑΛΛΟΥΡΙΔΗΣ
Καθηγητής Διεθνούς Πολιτικής,
Διευθυντής Κέντρου Ανατολικών Σπουδών
για τον Πολιτισμό και την Επικοινωνία,
Πάντειο Πανεπιστήμιο