Το γεγονός ότι συγκεντρώνονται διεθνή συμφέροντα στη θαλάσσια περιοχή της Κύπρου σηματοδοτεί τη γεωπολιτική αναβάθμιση του χώρου και της χώρας, δηλαδή την αλλαγή της θέσης της Κύπρου στον γεωστρατηγικό χάρτη
Η Κύπρος, συνεργαζόμενη με τον αμερικανικό πολυεθνικό κολοσσό, ExxonMobil, επιχειρεί στην επικράτεια της χώρας τη διερεύνηση αναζήτησης θαλάσσιου ορυκτού πλούτου, υδρογονανθράκων κατά ταύτα. Ο αναζητούμενος, κατά πάσα πιθανότητα, ορυκτός πλούτος στα βάθη των κυπριακών θαλασσών αποτιμάται ήδη σαφώς σε σοβαρά οικονομικά μεγέθη. Το γεγονός ότι συγκεντρώνονται διεθνή συμφέροντα στην περιοχή λόγω της προσδοκίας ύπαρξης κοιτασμάτων φυσικού αερίου, σηματοδοτεί τη γεωπολιτική αναβάθμιση του χώρου και της χώρας, δηλαδή την αλλαγή της θέσης της Κύπρου στον γεωστρατηγικό χάρτη.
Αποτελεί κανόνα της διεθνούς διαπραγματευτικής πρακτικής να λειτουργεί η ισχυροποίηση δυνάμεων σε γεωστρατηγικό πλαίσιο σε μια δυναμική πορεία ενδυνάμωσης και ποιοτικής βελτίωσης της διαπραγματευτικής θέσης και ικανότητας της χώρας, εν προκειμένω ενισχυόμενης της ελληνικής - κυπριακής πλευράς.
Δεδομένου ότι το δίκαιο εν πολλοίς ταυτίζεται με την προβολή αντιστοίχου ισχύος, η Κύπρος οφείλει να αξιοποιήσει την εκδηλούμενη γεωστρατηγική θέση της έναντι πάντων, κατά κύριο λόγο, μάλιστα, συνεκτιμώντας πως το κυπριακό πρόβλημα άπτεται της αναθεώρησης μιας προαναγγελθείσης και προδιαγραφείσης διζωνικότητας ενός ομοσπονδιακού σχήματος. Η τελευταία, επισφαλής ούσα ως προς την επιβίωση κράτους και Ελληνισμού επιλογή, δεν συνιστά ούτε δίκαιη, ούτε φυσικά και βιώσιμη λύση. Μέσα από την πολιτική αποδοχή των δύο ζωνών, η οποία συνυφαίνεται με την δικοινοτικότητα, ούσα εδραιωμένη από τις Συμφωνίες Ζυρίχης - Λονδίνου, προβάλλεται κατά ταύτα ένα σχήμα νομιμοποίησης των τετελεσμένων της εισβολής και εμπέδωσης εν τοις πράγμασι μιας διχοτομικής αντίληψης της πορείας του κυπριακού προβλήματος.
Λευκωσία και Αθήνα, αξιοποιώντας το momentum, τουτέστιν την παρούσα χρονική συγκυρία, είναι υποχρεωμένες να προσχωρήσουν στη θέση μιας a priori αποχώρησης των στρατευμάτων κατοχής, πριν και πέρα από πάσα διαπραγμάτευση με την τουρκική ή εν προκειμένω την τουρκοκυπριακή πλευρά. Αυτή η στρατηγική επιβάλλει την προβολή, σε τακτικό επίπεδο, ευκαιριών σύμπραξης με τον διεθνή παράγοντα, στο πλαίσιο σύγκλισης κοινών συμφερόντων, έχοντας πάντα κατά νουν πως ο στόχος του Ελληνισμού αποβλέπει σταθερά και αμετάθετα στην αποκατάσταση της διεθνούς νομιμότητας καθ’ άπασα την κυπριακή επικράτεια.
Οι συμμαχικές δυνατότητες που θα συνυπάρχουν στον πολιτικό ορίζοντα, που εν προκειμένω συναπαρτίζονται από την Ουάσιγκτον, τις Βρυξέλλες, το Κάιρο και το Τελ-Αβίβ, μπορούν να συμβάλουν ουσιαστικά στην υλοποίηση της κατά τα ανωτέρω στρατηγικής στόχευσης. Η επίλυση του κυπριακού προβλήματος θα επέλθει κατόπιν της διευθέτησης της εσωτερικής συνταγματικής δομής του κράτους της Κύπρου, ομοσπονδιακής ή όχι, σε κάθε όμως περίπτωση ακολουθώντας τις αρχές του ευρωπαϊκού, πολιτικού πολιτισμού, που σημαίνει δημοκρατία, λαϊκή κυριαρχία, ανθρώπινα δικαιώματα και ατομικές ελευθερίες, που συνιστούν το κράτος δικαίου.
Η Άγκυρα, για να προβάλει στον διεθνή παράγοντα και στη διεθνή κοινότητα εν γένει μια, όπως η ίδια την αντιλαμβάνεται, «νομιμοποιημένη» σχέση της με τον χώρο της Κύπρου, λόγω τουρκοκυπριακής κοινότητας, προχωρεί σε ενέργειες έκδηλα παράνομες, επιχειρώντας κατά ταύτα στο τεμάχιο 4 της κυπριακής ΑΟΖ, χωρίς όμως να προβαίνει σε παρενοχλήσεις καθ’ οιονδήποτε τρόπο στις δραστηριότητες που λαμβάνουν χώραν στο οικόπεδο 10 από την Κυπριακή Δημοκρατία και την μετ’ αυτή συνεργαζόμενη αμερικανική εταιρεία ExxonMobil.
Η Τουρκία προδήλως δεν είναι σε θέση, ούτε και θα το επιχειρούσε, να έρθει σε αντιπαράθεση, πολύ δε περισσότερο σε συγκρουσιακή εμπλοκή με τον αμερικανικό παράγοντα, που υποστηρίζει τα συμφέροντά του στην κυπριακή ΑΟΖ. Το γεγονός ότι η αμερικανική εταιρεία τυγχάνει της εμπράκτου στηρίξεως της υπερδύναμης, δηλαδή της Ουάσιγκτον, λειτουργεί αποτρεπτικά έναντι του τουρκικού παράγοντα, κατά ταύτα δε έναντι πάντων. Ταυτοχρόνως, επισημαίνεται η δεδηλωμένη και διά παντός μέσου εκδηλούμενη θέληση της Κύπρου να υπερασπίζεται τον ζωτικό χώρο και τα συμφέροντά της, αναδεικνύοντας έτσι και τη διεθνή κρατική της υπόσταση ως υποκειμένου διεθνούς δικαίου. Η ρεαλιστική προσέγγιση του δικαίου της ισχύος προβάλλει και στην προκείμενη εξέλιξη την αποτρεπτική ικανότητα των κρατών να προασπίζουν κατά ταύτα την ειρήνη, τα συμφέροντα και το δίκαιό τους.
Λειτουργώντας, όμως, πιθανότατα ως συνηθίζει, δηλαδή ως διεθνής πειρατής που δεν υπολογίζει το διεθνές δίκαιο, η Άγκυρα κατ’ εκτίμηση, προδιαγράφοντας τις επόμενες τακτικές της κινήσεις, θα προχωρήσει σε βήματα έρευνας και στρατηγικής εξόρυξης υδρογονανθράκων σε άλλα οικόπεδα της κυπριακής ΑΟΖ, τα οποία αξιολογεί και αυθαιρέτως αντιλαμβάνεται ως εντασσόμενα στον δικό της κύκλο συμφερόντων και στα οποία η δύναμη υπεράσπισης δεν εμφανίζεται στο παρόν στάδιο να είναι αρκούντως αποτρεπτική για την παρανόμως εκδηλούμενη διεκδικητικότητά της. Σε αυτήν την περίπτωση δεν υπάρχει κανείς διεθνής παράγων να την εμποδίσει, της Κυπριακής Δημοκρατίας ούσης εν αδυναμία υπεράσπισης της θαλάσσιας επικράτειάς της και όχι μόνο.
Συνεπώς, η γεωπολιτική αναβάθμιση της Κύπρου συνιστά μια πραγματικότητα, που αποκτά ανάγλυφη γεωστρατηγική σπουδαιότητα, τότε και μόνον εφόσον η Κύπρος μπορεί να συμπλεύσει συμμαχικά με δυνάμεις τέτοιας σημασίας και κύρους, έναντι των οποίων η Τουρκία, υπολογίζοντας τη σχέση κόστους - οφέλους, δεν διανοείται να αντιπαρατεθεί.
ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΣ Κ. ΓΙΑΛΛΟΥΡΙΔΗΣ
Καθηγητής Διεθνούς Πολιτικής,
Διευθυντής Κέντρου Ανατολικών Σπουδών
Για τον Πολιτισμό και την Επικοινωνία,
Πάντειο Πανεπιστήμιο




