Η ΔΥΝΑΤΟΤΗΤΑ ΔΙΕΛΕΥΣΗΣ ΕΜΠΕΔΩΝΕΤΑΙ ΩΣ ΣΥΝΕΙΔΗΣΗ ΤΟΥ «ΟΡΘΟΥ» ΚΑΙ ΕΝΔΥΕΤΑΙ ΜΕ ΕΝΑ ΜΑΝΔΥΑ ΝΟΜΙΜΟΠΟΙΗΣΗΣ

Το ζήτημα της διάνοιξης των οδοφραγμάτων είναι ένα εξαιρετικά λεπτό και, ταυτόχρονα, πολυδιάστατο ζήτημα. Εξ αυτού προκύπτουν διάφορα παρεπόμενα, το καθένα με τη δική του βαρύτητα, στο πλαίσιο του ευρύτερου κυπριακού προβλήματος. Ένα εξ αυτών είναι το κατά πόσον η διάνοιξη οδοφραγμάτων δημιουργεί τετελεσμένα που θα μπορούσαν, στο τέλος της ημέρας, να προδιαγράψουν το μοντέλο και το περιεχόμενο της λύσης του Κυπριακού.

Από νομικής άποψης, θεωρώ ότι η συζήτηση που γίνεται σε σχέση με τον κίνδυνο αναγνώρισης του ψευδοκράτους μέσω της μακροχρόνιας λειτουργίας των οδοφραγμάτων ως «νόμιμων» οδών διέλευσης από και προς τις κατεχόμενες περιοχές είναι υπερβολική. Ο θεσμός της διεθνούς αναγνώρισης αφορά στα κράτη, όχι στους πολίτες τους. Τα κράτη και, πιο συγκεκριμένα, οι κυβερνήσεις τους δύνανται να αναγνωρίσουν ή να μην αναγνωρίσουν κάποια οντότητα. Συνεπώς, το ψευδοκράτος θα τύχει αναγνώρισης μόνο εάν η Κυπριακή Δημοκρατία επισήμως αποφασίσει να το αναγνωρίσει, όχι οι πολίτες της.

Υπάρχει όμως και μια άλλη πτυχή, η οποία όντως δύναται να δημιουργήσει τετελεσμένα όχι από νομικής ή πολιτικής, αλλά από κοινωνικής άποψης. Πρόκειται για το ζήτημα της δημιουργίας μιας νέας νόρμας, μιας νέας «κανονικότητας» στις ζωές των πολιτών, των κατοίκων και των επισκεπτών της Κύπρου. Με το πέρασμα του χρόνου η δυνατότητα διέλευσης μέσω των οδοφραγμάτων εμπεδώνεται ως συνείδηση του «ορθού», ή τουλάχιστον του «κανονικού». Γίνεται μέρος της ζωής μας και, ταυτόχρονα, ενδύεται με ένα μανδύα νομιμοποίησης. Η αίσθηση της ύπαρξης μιας διεθνούς παρανομίας μετριάζεται, όπως μετριάζεται και η εσωτερική ανάγκη προσπάθειας για αναίρεσή της. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, είναι πολύ πιο πιθανόν να εδραιωθεί μια κυρίαρχη αντίληψη υπέρ της διατήρησης της υπάρχουσας κατάστασης ή υπέρ μιας διευθέτησης δύο κρατών ή συνομοσπονδίας, αντί μιας πιο ενοποιητικής διευθέτησης, η οποία θα δημιουργούσε ανάγκες συνεννόησης και διαμοιρασμού εξουσιών και κυριαρχίας. Ιδιαίτερα δε όσο η κοινωνία ενσωματώνει διαδικασίες οι οποίες δεν θα υπήρχαν εν τη απουσία της κατοχής (π.χ. η οικονομία των κατεχομένων με τις πιο ελκυστικές τιμές σε διάφορα είδη πρώτης ανάγκης), αλλά και όσο η κρίσιμη μάζα των πολιτών είναι ευχαριστημένοι με τις ζωές τους ως έχουν.

Λέγοντας τα πιο πάνω, δεν υπονοώ σε καμία περίπτωση ότι η διαμόρφωση αυτής της κανονικότητας θα πρέπει να μας οδηγήσει σε σκέψεις επίσπευσης της λύσης του Κυπριακού, χωρίς να μας επηρεάζει και τόσο το εφικτό περιεχόμενό της τη δεδομένη στιγμή. Αντίθετα, θα έλεγα ότι το χειρότερο δυνατό σενάριο για την Κύπρο θα ήταν μια βεβιασμένη συμφωνία επί μίας δυσλειτουργικής και θνησιγενούς διευθέτησης. Εντούτοις, είναι ένα δεδομένο το οποίο θα πρέπει να το λαμβάνουμε υπόψη, κυρίως κατά τον σχεδιασμό μελλοντικών πολιτικών και στρατηγικών επιλογών.

ΜΙΧΑΛΗΣ ΚΟΝΤΟΣ
Επίκουρος Καθηγητής Διεθνών Σχέσεων,
Πανεπιστήμιο Λευκωσίας