Ο ΚΙΝΔΥΝΟΣ ΜΕΤΑΤΡΟΠΗΣ ΤΗΣ ΔΙΑΝΟΙΞΗΣ ΑΠΟ ΜΕΤΡΟ ΟΙΚΟΔΟΜΗΣΗΣ ΕΜΠΙΣΤΟΣΥΝΗΣ, ΣΕ ΜΕΤΡΟ ΟΙΚΟΔΟΜΗΣΗΣ «ΚΑΝΟΝΙΚΟΠΟΙΗΣΗΣ»
Θα πρέπει αρχικά να μας απασχολήσει η λογική της διάνοιξης ενός οδοφράγματος, ώστε να αντιληφθούμε τη «διπλή λειτουργία» της συγκεκριμένης πράξης. Από τη μια υπάρχουν συγκυρίες που μπορεί να βοηθά προς την τελική επίλυση του Κυπριακού με τον τρόπο που συζητείται μέχρι σήμερα, όμως από την άλλη μπορεί να δημιουργεί και προϋποθέσεις προς την αντίθετη κατεύθυνση.
Η χρήση του όρου «οδόφραγμα» στην ελληνοκυπριακή πλευρά είναι η σωστή, όπως και η ονομασία, για παράδειγμα, της κατάστασης στην Κύπρο ως «κατάπαυση του πυρός» (δεν έχουμε μια ειρηνική κατάσταση, αλλά από την άλλη δεν έχουμε πολεμική). Στην τ/κ κοινότητα από το 1974 και μετά, ιδιαίτερα στο πλαίσιο των συγκεκριμένων κύκλων εξουσίας, δηλαδή του Ντενκτάς, δεν ονομαζόταν βεβαίως «οδόφραγμα».
Χρησιμοποιήθηκε ο όρος «σύνορο» και γύρω από αυτό κτίστηκε μια ολόκληρη ιδεολογία, ιδιαίτερα δυναμική, για να δείξει επί του πρακτέου την «κρατική κυριαρχία». Ήθελε, δηλαδή, να δείξει επί του πρακτέου ότι έχει μιαν απόλυτα διευκρινισμένη, διά της βίας του πολέμου, εδαφική περιοχή, πάνω στην οποία υπάρχει, κτίζεται, λειτουργεί αυτό που ονομάζεται «Τουρκική Δημοκρατία Βόρειας Κύπρου», της οποίας η εσωτερική λειτουργία είναι στα πρότυπα κρατών (υπάρχουν δηλαδή όλες οι δομές εξουσίας, τα κείμενα, συντάγματα, νόμοι, ρυθμίσεις, Σώματα, εκλογές κ.λπ), ούτως ώστε η καθημερινή λειτουργία αυτής της δομής μέσα σε πολύ συγκεκριμένα εδαφικά σύνορα να αποδεικνύει, να αναπαράγει την ιδρυτική ιδεολογία, αλλά και την αίσθηση ότι πρόκειται για ένα χωριστό κράτος.
Το ζήτημα του συνόρου για τον Ντενκτάς δεν ήταν μόνο ένα σύνορο κρατικής ισχύος, αλλά και μια ιδεολογική απόδειξη ότι από τη στιγμή που κατασκευάζεται το σύνορο, οι Ε/κ και οι Τ/κ δεν μπορούν να συμβιώσουν σε ένα κράτος, αλλά μπορούν προφανώς να το κάνουν σε δύο χωριστά. Αυτή είναι η μία λειτουργία, η οποία «φετιχοποιεί» την έννοια του κράτους στην τ/κ δεξιά. Στην τ/κ αριστερά είχαμε τα αντίθετα αποτελέσματα: η λειτουργία της έννοιας του συνόρου ή τα κλειστά οδοφράγματα (μέχρι τον Απρίλη του 2003) είχαν διαφορετική δυναμική και σταδιακά αυξανόταν το ρεύμα που αντιλαμβανόταν ότι το «σύνορο» ήταν ένας εμβληματικός συμβολισμός της ασφυξίας, του εγκλωβισμού, της αίσθησης της εξορίας και της αίσθησης ότι πρόκειται για ένα «πειρατικό κράτος».
Δηλαδή, μιας δομής που προκύπτει από τη ληστεία του πολέμου και η οποία προφανώς αμφισβητεί τις κυπριακές πτυχές του πολιτισμού και της ταυτότητάς τους όπως την αντιλαμβάνονται. Εξ ου και λίγο πριν από τη διάνοιξη του πρώτου οδοφράγματος, το σύνθημα το οποίο επικρατούσε στις τότε κινητοποιήσεις ήταν «θέλω πίσω τη χώρα μου», διότι στο φαντασιακό το σύνορο λειτουργούσε ως αποξένωση αντί ως πιστοποίηση κρατικής κυριαρχίας.
Άρα, το γεγονός ότι άνοιξε τότε για πρώτη φορά ένα κλειστό οδόφραγμα, σε μια μεγάλη μερίδα της τ/κ κοινότητας παρουσιάστηκε ως η μεγαλύτερη απόδειξη της δικής τους εγκλωβισμένης κατάστασης, λόγω της επαφής με το «έξω», που ήταν οι Ελληνοκύπριοι, η Κυπριακή Δημοκρατία και λοιπά. Θυμήθηκαν ξανά την Κύπρο, από την οποία είχαν «εξοριστεί» για κάποιες δεκαετίες. Αυτή η πράξη, της πρώτης διάνοιξης, και η προοπτική του «έξω» τούς έκανε ξαφνικά να συνειδητοποιήσουν ακόμα περισσότερο την κακή κατάσταση του «μέσα» - τον εγκλωβισμό τους, το «πειρατικό κράτος» και τη σκιά της Άγκυρας. Αυτός ήταν και ένας από τους λόγους κορύφωσης των κινητοποιήσεων μέχρι και το 2004.
Με τη λογική αυτή θα μπορούσαμε να πούμε ότι η διάνοιξη του οδοφράγματος ή, στην πορεία, η διάνοιξη πολλών οδοφραγμάτων κατάφερε δύο πράγματα. Αφενός, να δώσει περισσότερα επιχειρήματα στους υποστηρικτές της Ομοσπονδίας εντός τ/κ κοινότητας σε επίπεδο συμβίωσης, διακίνησης και οικονομικής συνέργειας με τους Ε/κ. Αφετέρου, έδειξε ότι στην περίπτωση που δεν θα συνοδεύεται από συνομιλίες και από μια προοπτική συγκεκριμένης ολοκληρωτικής λύσης του Κυπριακού, η απλή πράξη της διάνοιξης φυσιολογικοποιεί την παρούσα κατάσταση, εδραιώνοντας μια ιδεολογία (όχι απαραίτητα επί του εδάφους).
Αν, δηλαδή, αποκοπεί από τη σοβαρή προοπτική επίλυσης του προβλήματος, η απλή πράξη της διάνοιξης, σε βάθος χρόνου, θα κανονικοποιήσει την ιδεολογία ότι υπάρχουν δύο ξεχωριστές οντότητες που δεν μπορούν να σμίξουν, αλλά ειρηνικά διευθετούν τα προβλήματά τους και διευκολύνουν την καθημερινότητά τους. Σε μια τέτοια περίπτωση, από μέτρο οικοδόμησης εμπιστοσύνης μετατρέπεται σε μέτρο οικοδόμησης της κανονικοποίησης - η ιδεολογία του συνόρου υπηρετείται όταν το σύνορο είναι κλειστό, αλλά κάποιες φορές η διχοτόμηση υπηρετείται και όταν το «σύνορο» είναι ανοικτό.
ΝΙΚΟΣ ΜΟΥΔΟΥΡΟΣ
Τουρκολόγος




