Ως προς τη συζήτηση περί «χαλαρής ομοσπονδίας», που εσχάτως λαμβάνει χώραν στην κυπριακή δημοσιότητα ως του μοναδικού εναπομείναντος πλαισίου για την επίλυση του κυπριακού προβλήματος, οφείλει κανείς να διευκρινίσει πως χαλαρή ομοσπονδία δεν παραπέμπει παρά στη διά ταύτα συνύπαρξη δύο κρατών, τα οποία συνδέει μία ανίσχυρη, κοινή, συμβολική εκπροσώπηση. Συνεπώς, η κατά τα ανωτέρω λαμβάνουσα χώραν προσέγγιση αναφέρεται σε δύο κράτη, τα οποία είναι εν τοις πράγμασι, δηλαδή δυνάμει «ανεξάρτητα».

Υπάρχουν ορισμένες ψευδαισθήσεις, που καλλιεργούνται από κύκλους του ελληνικού, αλλά και του διεθνούς κατεστημένου, εν Κύπρω και αλλαχού, όπου για διαφορετικούς λόγους και αλλότρια κίνητρα, διαμορφωτές κοινής γνώμης διατυπώνουν την αντίληψη περί λύσεως «δύο κρατών» ως μιας «ρεαλιστικής» λύσεως για το κυπριακό πρόβλημα. Πρόκειται συναφώς για απατηλή αντίληψη ως προς τις αληθώς και πραγματιστικώς διαγραφόμενες επιλογές βιωσίμου και λειτουργικής επίλυσης του κυπριακού προβλήματος, δηλαδή λύσεως που να διασφαλίζει την επιβίωση της χώρας και του λαού.

Τούτο σημαίνει πως οι πραγματικότητες που κατά ταύτα υφίστανται εν Κύπρω, δηλαδή η στρατιωτική κατοχή της βόρειας περιοχής της από την Τουρκία, σε ένα εστιαζόμενο τοπικώς και περιφερειακώς πλαίσιο λύσεως του Κυπριακού, αντίκεινται σαφώς προς τη διεκδίκηση βιώσιμης και λειτουργικής λύσης. Υπάρχουν πολλές δυνατότητες και επιλογές στο πλαίσιο της ομοσπονδιακής διάστασης της λύσης, οι οποίες μπορούν να εφαρμοστούν στην Κύπρο, αλλά για να είναι λειτουργικό το οποιοδήποτε πλαίσιο, ομοσπονδιακό ή μη, η Κύπρος πρέπει να απαλλαγεί από τα στρατεύματα κατοχής στο βόρειο τμήμα της και να απαγκιστρωθεί από το σύστημα των λεγομένων συνθηκών εγγυήσεως.

Η διευθέτηση του προβλήματος διά της πολιτικής τής αποδοχής «δύο κρατικών οντοτήτων» συνυπαρχουσών, συμπράττουσα σε ένα εν πορεία διαμορφούμενο συνομοσπονδιακό με προοπτική ομοσπονδοποίησης πολιτειακό σχήμα, προβάλλει ως μια πολιτική εν εξελίξει ανομία. Αυτό γιατί στον βαθμό που ένα κυρίαρχο και ανεξάρτητο κράτος, όπως η Κυπριακή Δημοκρατία, το οποίο νομίμως αποτελεί αναγνωρισμένο υποκείμενο διεθνούς δικαίου, μετατρέπεται σε δύο κράτη, το ένα ως το εις βορρά κατεχόμενο τμήμα της Κύπρου και το άλλο στον νότο ως ελληνικό, θα επέτρεπε στην καλύτερη περίπτωση την προσωρινή επιβίωση του νότιου τμήματος. Θα ενίσχυε, όμως, ταυτόχρονα τον τουρκοκρατούμενο τουρκικό πλέον βορρά, νομιμοποιώντας τον, ενώ δεν θα μπορούσε ούτε συμβολικά να λειτουργήσει το συνομοσπονδιακό όλον, αφού το βόρειο θα τουρκοποιείτο και θα ετίθετο υπό τον απόλυτο έλεγχο της Άγκυρας. Παραλλήλως, θα διείσδυε ο τουρκικός παράγων στο νότιο τμήμα, απειλώντας το κατά το μάλλον ή ήττον ταχύτατα με εκτουρκισμό, κατά το προηγούμενο της Ίμβρου και της Τενέδου.

Οι εθνικές υποθέσεις μιας χώρας δεν επιτρέπεται να αντιμετωπίζονται προχείρως, αλλά οφείλουν να τυγχάνουν επεξεργασίας, φιλοσοφικής και ιστορικής ενατένισης και περίσκεψης στον μέγιστο δυνατό βαθμό, έτσι ώστε οι αποφάσεις που λαμβάνονται να υπηρετούν το εθνικό συμφέρον. Αυτό θα σήμαινε την εναρμόνισή τους προς την ιστορική διαδρομή, τον πολιτισμό και προπάντων το μέλλον επιβίωσης, δηλαδή βιωσιμότητας της χώρας και του λαού. Τα πολιτειακά σχήματα αποτελούν θεωρητικές κατασκευές, στις οποίες εγκύπτει κανείς με ιδιαίτερη προσοχή, γιατί τέτοια σχήματα δεν μπορούν να είναι απαλλαγμένα από την ιστορία και τον πολιτισμό του λαού, στον οποίο και αφορούν.

Η Κύπρος δεινοπάθησε και αντιμετωπίζει και σήμερα μέγα πρόβλημα, ακόμη και επιβίωσης, γιατί η επιλογή της λύσεως του 1960 με τις Συμφωνίες Ζυρίχης - Λονδίνου ήταν εξόχως προβληματική για τη βιωσιμότητα του κράτους που δημιουργήθηκε εξ αυτών, πράγμα που η μεγαλόνησος πληρώνει εισέτι, με κόστος την κατοχή της βόρειας περιοχής της από τουρκικά στρατεύματα.

Η εμπειρία ως δύσκολης, προβληματικής, αλλά και τραυματικής θα λέγαμε πορείας, επιβάλλει στην προσέγγιση για την περαιτέρω διαχείριση του Κυπριακού, όπως και κάθε διεθνούς ζητήματος, την πρόταξη της αναγκαιότητας να εξετάζονται ευθύς εξαρχής οι επιπτώσεις από την όποια διευθέτηση για το πολιτικό σύστημα και το κράτος. Η διαδρομή ενός διεθνούς ζητήματος άνευ ελέγχου εν είδει «αυτόματου πιλότου» αφήνει όλους τους ενδιαφερόμενους και εμπλεκόμενους εκτεθειμένους και τούτου δοθέντος ανοικτούς έναντι πάσης αντίδρασης ή πολιτικής επιφέρουσας συνέπειες στη χώρα και στον λαό.

Επομένως, η θεωρία των «δύο κρατών» δεν είναι απλώς ανεδαφική αντίληψη βιώσιμης λύσης, αλλά λειτουργεί και ως απειλή για την επιβίωση του Ελληνισμού και την ικανότητα του ενός κράτους, του ελληνικού εν προκειμένω, να παραμείνει απρόσβλητο και ικανό να αντέξει στον χρόνο και στον χώρο. Η απειλή από τον βορρά θα είναι διαρκής και η διεισδυτικότητα του τουρκικού παράγοντα εξαιρετικά επικίνδυνη. Τέλος, ας διερωτηθούμε ως προς το τι μήνυμα εκπέμπεται διεθνώς, συζητώντας περί «χαλαρής ομοσπονδίας» ως μίας πιθανής επιλογής της ελληνικής πλευράς και κυρίως πώς εκλαμβάνεται μια τέτοια θέση, διόλου αποτρεπτική, από την διεκδικούσα περαιτέρω ρόλο και πλαίσιο ηγεμόνευσης στον κυπριακό χώρο, Τουρκία.

ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΣ Κ. ΓΙΑΛΛΟΥΡΙΔΗΣ
Καθηγητής Διεθνούς Πολιτικής,
Διευθυντής Κέντρου Ανατολικών Σπουδών
για τον Πολιτισμό και την Επικοινωνία,
Πάντειο Πανεπιστήμιο