ΠΟΛΥ ΣΗΜΑΝΤΙΚΗ Η ΑΝΑΦΟΡΑ ΤΟΥ ΕΠΙΤΡΟΠΟΥ ΧΑΝ ΣΤΗ ΒΟΣΝΙΑ-ΕΡΖΕΓΟΒΙΝΗ ΩΣ ΕΝΟΣ ΑΠΟ ΤΑ ΠΙΟ ΑΚΡΑΙΑ ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑΤΑ ΕΘΝΟΤΙΚΗΣ ΟΜΟΣΠΟΝΔΙΑΣ

Σε πρόσφατη συνέντευξή του στην εφημερίδα Die Welt, ο Επίτροπος της ΕΕ αρμόδιος για τις σχέσεις καλής γειτονίας και τη διεύρυνση, Johannes Hahn, δήλωσε ότι είναι εφικτό οι χώρες των δυτικών Βαλκανίων να ενταχθούν στην ΕΕ το 2025, υπό την προϋπόθεση ότι το ζήτημα της ονομασίας των Σκοπίων θα έχει αίσιο τέλος. Ο Ευρωπαίος Επίτροπος, ο οποίος καταβάλλει προσωπικές προσπάθειες για την επίλυση του Μακεδονικού, εξέφρασε την πίστη του για τη σύντομη διευθέτησή του, προσθέτοντας ότι αυτή θα συμβάλει στην ειρήνευση στα Βαλκάνια, εφόσον θα ανοίξει τον δρόμο για την επίλυση των διαφορών ανάμεσα σε Σερβία και Κόσοβο και την ένταξη των δυτικών Βαλκανίων στο ΝΑΤΟ και την ΕΕ.

Επισημαίνοντας ότι από τη σκοπιά της ΕΕ είναι σημαντικό οι χώρες των δυτικών Βαλκανίων (Σερβία, Αλβανία, Κόσοβο, Μαυροβούνιο, Σκόπια και Βοσνία-Ερζεγοβίνη) να καταστούν μέλη της ΕΕ συγχρόνως, ο Hahn συμπλήρωσε ότι αυτές οι χώρες μπήκαν σε μια διαδικασία μεταρρυθμίσεων και είναι ωσάν να συναγωνίζονται για το ποια θα τις ολοκληρώσει νωρίτερα.

Δηλώνοντας ότι «η ποιότητα είναι πιο σημαντική από την ταχύτητα», ο Ευρωπαίος Επίτροπος ξεκαθάρισε ότι δεν πρόκειται να γίνουν «εκπτώσεις» σε αυτές τις χώρες και ότι η ολοκλήρωση των μεταρρυθμίσεων συνιστά απαραίτητη προϋπόθεση για την ένταξή τους στην ΕΕ. Πέραν των γενικών ζητημάτων, όπως αυτά του κράτους δικαίου και της ελευθερίας του Τύπου και της έκφρασης, μείζονος σημασίας είναι και η επίλυση των διαφορών ανάμεσα σε Σερβία και Κόσοβο.

Αξιολογώντας την κατάσταση στη Βοσνία Ερζεγοβίνη, ο Hahn έθιξε ένα πολύ σημαντικό ζήτημα, το οποίο σχετίζεται εμμέσως και με την Κύπρο και αφορά την ανάγκη για αναθεώρηση του σημερινού συντάγματος, το οποίο εδραιώνει τις εθνοτικές διαφορές στη χώρα. Είναι γνωστό ότι στη Βοσνία-Ερζεγοβίνη εφαρμόζεται ένα από τα πιο ακραία παραδείγματα εθνοτικής ομοσπονδίας, το οποίο καθιστά αδύνατη την ουσιαστική συνένωση και αλληλεπίδραση των εθνοτικών ομάδων. Η αναφορά του Ευρωπαίου Επιτρόπου σε αυτό το θέμα είναι πολύ σημαντική.

Όσο αφορά την Τουρκία, ο Hahn δήλωσε ότι οι ενταξιακές συνομιλίες έχουν ουσιαστικά παγώσει και ότι η επ’ αόριστον συνέχιση αυτής της κατάστασης δεν έχει νόημα. Εκφράζοντας την ανάγκη οι ενταξιακές διαπραγματεύσεις της Τουρκίας να οδηγηθούν σε κάποια κατάληξη, συμπλήρωσε τα εξής: «Δεν είναι ρεαλιστικό να προβλεφθεί το πότε η Τουρκία θα ενταχθεί στην ΕΕ. Πιο ειλικρινής επιλογή και για τους δύο -ΕΕ και Τουρκία- είναι ο τερματισμός των ενταξιακών διαπραγματεύσεων και η τοποθέτηση των σχέσεών τους σε ένα νέο πλαίσιο με μακροπρόθεσμο ορίζοντα».

Ο Επίτροπος Hahn παρέπεμψε και στις σχετικές δηλώσεις του Γάλλου Προέδρου Macron, ο οποίος αμφιβάλλει για τη μελλοντική επίτευξη προόδου στις ενταξιακές διαπραγματεύσεις της Τουρκίας: «Παρακολουθώντας τις δηλώσεις του Γάλλου Προέδρου Macron αλλά και το κλίμα που επικρατεί στις υπόλοιπες χώρες-μέλη της ΕΕ, δεν είναι ρεαλιστικό η Τουρκία να καταστεί μέλος της ΕΕ σε χρονικό ορίζοντα που μπορεί να προβλεφθεί».

Θεωρώντας λανθασμένη την προσκόλληση στις συνεχιζόμενες από το 2005 ενταξιακές διαπραγματεύσεις της Τουρκίας, ο Hahn συμπλήρωσε ότι ΕΕ και Τουρκία οφείλουν να καταβάλουν προσπάθειες για μια νέα στρατηγική συνεργασία, η οποία θα εξυπηρετεί τα συμφέροντα και των δύο πλευρών, σε τομείς όπως η ενέργεια, η μετανάστευση, η ανοικοδόμηση της Συρίας, η Τελωνειακή Ένωση κ.λπ. Μάλιστα, δηλώνοντας ότι η ΕΕ τείνει προς τη λύση της Τελωνειακής Ένωσης, ενημέρωσε ότι θα επισκεφθεί την Άγκυρα τον Νοέμβριο, ώστε να έχει επαφές για το συγκεκριμένο ζήτημα.

Οι ενταξιακές διαπραγματεύσεις της Τουρκίας άρχισαν το 2005, ωστόσο εδώ και αρκετό καιρό βρίσκονται σε τέλμα. Στα τέλη του 2016, οι ευρωπαϊκές χώρες έλαβαν την απόφαση να μη συνεχιστούν οι διαπραγματεύσεις με την Τουρκία, λόγω των μαζικών συλλήψεων και φυλακίσεων πολιτών που αντιπολιτεύονται την κυβέρνηση ΑΚΡ μετά το πραξικόπημα της 15ης Ιουλίου. Τον περσινό Νοέμβριο, η ΕΕ αποφάσισε τον δραστικό περιορισμό των υλικών πόρων που στηρίζουν τις διαπραγματεύσεις. Ωστόσο, η ΕΕ δεν έχει προχωρήσει στην επίσημη αναστολή των διαπραγματεύσεων, καθότι μια τέτοια απόφαση προϋποθέτει την ψήφο τουλάχιστον 16 χωρών-μελών.