Η ομοσπονδιακή λύση, για να είναι βιώσιμη στην κυπριακή περίπτωση και όχι μόνο, οφείλει να ενταχθεί σε ένα πλαίσιο όρων και προϋποθέσεων, που καθιστούν ένα πολιτικό σύστημα ικανό να κατοχυρώνει πορεία ακώλυτης, δηλαδή ελεύθερης, και δημοκρατικής διαδρομής σε βάθος χρόνου. Η βιωσιμότητα προϋποθέτει δημοκρατικά δομημένο κράτος δικαίου, που παραπέμπει στη διασφάλιση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και ατομικών ελευθεριών

Στα ομοσπονδιακά συστήματα εν γένει τα μέρη πρέπει να βρίσκονται σε μια δομημένη λειτουργικά, δηλαδή θεσμικά, σχέση στενής συνεργασίας, συναντίληψης και ενεργού καθημερινής αλληλέγγυας προσέγγισης σε όλα τα επίπεδα του πολιτικού συστήματος. Τούτο, γιατί η κεντρική ομοσπονδιακή οντότητα διαρθρώνεται από αυτόνομα πολιτικά μέρη, που συμμετέχουν εθελουσίως στο σύστημα κεντρικής ομοσπονδιακής εξουσίας. Αυτό σημαίνει πως τα μέρη της ομοσπονδίας αποφάσισαν τη συγκρότησή τους σε ένα ομοσπονδιακό κράτος, διατηρώντας πάντοτε την πολιτική αυτονομία τους ως οντότητες και ως τμήματα, μέλη του συνόλου. Η έννοια ομοσπονδία παραπέμπει στο λατινικό foedus, που σημαίνει ένωση μερών σε ένα σύνολο.

Η επίλυση του κυπριακού προβλήματος εμφανίζεται εσφαλμένα ως ομοσπονδιακός, διζωνικός μονόδρομος, προβάλλοντας εδώ και χρόνια, κατά τρόπο «μοναδικής αλήθειας», την αντίληψη μιας απροβλημάτιστης και απρόσκοπτης πορείας ανάδειξης της ομοσπονδιακής προσέγγισης και δη της διζωνικής τοιούτης ως μιας άνευ εταίρου αποτελεσματικά βιώσιμης λύσης για το κυπριακό πρόβλημα. Είναι όντως εκ πρώτης όψεως οξύμωρο το γεγονός της υιοθέτησης από κύκλους της ευρωπαϊκής πολιτικής κονίστρας, μη εξαιρουμένου του ανεπαρκούς ΟΗΕ, σχεδίων και ιδεών επίλυσης του Κυπριακού, που αντιτίθενται καταφανώς, τόσο του ευρωπαϊκού πολιτικού πολιτισμού, όσο και γενικώς των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και ατομικών ελευθεριών, όπως κατοχυρώνονται στο διεθνές δίκαιο.

Το πρόβλημα της κυπριακής περίπτωσης συνίσταται στο γεγονός ότι ήδη από τις Συμφωνίες Ζυρίχης - Λονδίνου, η τουρκική πλευρά και όχι μόνον, επιτυγχάνει να εκπονήσει και να σερβίρει διάφορα σχέδια σε διαδοχικές ηγεσίες του Κυπριακού Ελληνισμού και του ελλαδικού κράτους, οι οποίες ούσες απροετοίμαστες ως προς τη στρατηγική για το μέλλον του τόπου και μη έχουσες ίδιον εθνικό σχέδιο, αφεύκτως οδηγούνται συρόμενες στους σχεδιασμούς - παγίδες του αντιπάλου. Πρέπει να υπομνήσουμε τη συνεπικουρία συνήθως και από τον βρετανικό παράγοντα, ο οποίος διαχρονικά κινείται δραστήρια και περίτεχνα εις βάρος των ελληνικών συμφερόντων στις διάφορες φάσεις της κυπριακής διαδρομής.

Η ομοσπονδιακή λύση, για να είναι βιώσιμη στην κυπριακή περίπτωση και όχι μόνο, οφείλει να ενταχθεί σε ένα πλαίσιο όρων και προϋποθέσεων, που καθιστούν ένα πολιτικό σύστημα ικανό να κατοχυρώνει πορεία ακώλυτης, δηλαδή ελεύθερης, και δημοκρατικής διαδρομής σε βάθος χρόνου. Η βιωσιμότητα προϋποθέτει δημοκρατικά δομημένο κράτος δικαίου, που παραπέμπει στη διασφάλιση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και ατομικών ελευθεριών. Περαιτέρω, για να είναι λειτουργικό το ομοσπονδιακό, κεντρικό εν προκειμένω κράτος, πρέπει να είναι διαρθρωμένο σε σύγχρονες δομές, οι οποίες να είναι σε θέση να λαμβάνουν αποφάσεις, που αφορούν στο σύνολο, σε ολόκληρο δηλαδή το πολιτικό σύστημα ως κρατική δομή και ως λαό.

Οι ομοσπονδίες προβλέπουν την ύπαρξη κρατών μελών με επιμέρους πληθυσμούς ή εθνότητες και μια κεντρική ομοσπονδιακή εξουσία, με έναν ομοσπονδιακό λαό. Αυτό το τελευταίο στοιχείο, δηλαδή ο κοινός λαός, ενώνει κράτος και πληθυσμό, δημιουργώντας, δηλαδή καλλιεργώντας, το κοινό, το εθνικό συμφέρον, που όλοι μαζί καλούνται να υπερασπίζονται και να προωθούν. Επομένως, η δομική ικανότητα ενσωμάτωσης πολιτικής και πολιτισμικής διάρθρωσης σε έναν κρατικό λαό αποτελεί για το ομοσπονδιακό σύστημα την conditio sine qua non επιβίωσής του ως όλου, που παραπέμπει σε ομοσπονδιακή κρατική δομή.

Η κυπριακή ομοσπονδιακή περίπτωση εμφανίζει προβλήματα αφετηριακής προσέγγισης τού, όπως αποκαλείται, «διζωνικού, δικοινοτικού ομοσπονδιακού μοντέλου». Το πρώτο πρόβλημα που εκδηλώνεται συνίσταται στην υποχρεωτική διζωνικότητα της ομοσπονδίας. Το ζήτημα άπτεται ενός εθνικού διαχωρισμού, που αποτελεί προϊόν παράνομης εισβολής και κατοχής. Πέραν τούτου, που συνεπάγεται και βίαιη μετακίνηση πληθυσμών, για την «κατασκευή» εθνικού διαχωρισμού, η κατεχόμενη «βόρεια ζώνη» της Κύπρου υπέστη διά της εγκαταστάσεως Τούρκων εποίκων, ένα περαιτέρω πλήγμα διεθνούς παρανομίας, ενισχύοντας την υφιστάμενη εγγενή αδυναμία του πολιτικού συστήματος να αποπνέει στοιχειώδη λειτουργικότητα, καθώς και επαρκή αντίληψη βιωσιμότητας του όλου.

Σύμφωνα προς το διεθνές δίκαιο, πρέπει να θεωρείται αυτονόητη η υποχρέωση μιας αυριανής, κυπριακής ομοσπονδιακής πολιτείας να φροντίσει άνευ εταίρου για την απαλλαγή της διεθνώς παρανόμου παρουσίας εποίκων στο νησί και στο πολιτικό σύστημα εν γένει, όπερ και ως εποικισμός θεωρείται έγκλημα πολέμου, γεγονός που στα εμφανισθέντα μέχρι στιγμής σχέδια επίλυσης του Κυπριακού, υπόπτως και περιέργως, αγνοήθηκε.

Καθίσταται προφανές πως το κυπριακό διζωνικό, ομοσπονδιακό μοντέλο ουδεμία σχέση μπορεί να έχει με την ομοσπονδιακή Αρχή, που είναι θεμελιωδώς και αυθεντικά εθελουσία, προϊόν της δημοκρατικής θέλησης των μερών, καθώς και λειτουργική, τουτέστιν να είναι σε θέση να παράγει πολιτική, να λαμβάνει ακωλύτως και ελευθέρως αποφάσεις για το όλον, δηλαδή την ομοσπονδιακή κεντρική δομή.

Η κυπριακή ομοσπονδιακή εκδοχή αποτελεί κατά τα ανωτέρω μια παρέκβαση της ομοσπονδιακής φιλοσοφίας εν είδει ανωμαλίας, που εξυπηρετεί αναμφιβόλως τα σχέδια της Άγκυρας για υπαγωγή της Κύπρου εν τω συνόλω της στη δική της σφαίρα επιρροής, ενώ δεν προκύπτει καμία συνάφεια προς το αληθές νόημα ομοσπονδοποίησης του χώρου, κατά τρόπο συνάδοντα προς τα ευρωπαϊκά θέσμια και τις παραδόσεις ενός σύγχρονου, δημοκρατικά δομημένου ομοσπονδιακού πολιτικού συστήματος.

ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΣ Κ. ΓΙΑΛΛΟΥΡΙΔΗΣ
Καθηγητής Διεθνούς Πολιτικής,
Διευθυντής Κέντρου Ανατολικών Σπουδών
για τον Πολιτισμό και την Επικοινωνία,
Πάντειο Πανεπιστήμιο