Η ΑΝΑΓΕΝΝΗΣΗ ΤΩΝ ΚΡΑΤΩΝ - ΕΘΝΩΝ ΣΤΗΝ ΕΠΟΧΗ ΤΗΣ ΠΑΓΚΟΣΜΙΟΠΟΙΗΣΗΣ ΕΠΑΝΑΠΡΟΣΔΙΟΡΙΖΕΙ ΤΗ ΔΙΕΘΝΗ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΣΕ ΣΥΝΘΗΚΕΣ ΠΑΡΩΧΗΜΕΝΗΣ, ΠΛΗΝ ΥΠΑΡΚΤΗΣ ΕΘΝΙΚΗΣ ΣΥΓΚΡΟΥΣΗΣ ΚΑΙ ΑΝΑΖΗΤΗΣΗΣ ΚΑΤΑ ΤΑΥΤΑ ΕΝ ΜΕΣΩ ΕΘΝΙΚΩΝ ΑΝΤΑΓΩΝΙΣΜΩΝ ΔΟΜΩΝ ΚΑΙ ΣΥΝΘΗΚΩΝ ΣΥΝΥΠΑΡΞΗΣ, ΚΟΙΝΩΝΙΚΟΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗΣ ΣΥΝΕΡΓΑΣΙΑΣ ΚΑΙ ΠΡΟΟΠΤΙΚΩΝ ΕΝΟΠΟΙΗΤΙΚΩΝ ΔΙΕΡΓΑΣΙΩΝ ΣΤΟ ΠΟΛΙΤΙΚΟ ΕΠΙΠΕΔΟ, ΑΡΧΗΣ ΓΕΝΟΜΕΝΗΣ ΑΠΟ ΤΟ ΠΕΙΡΑΜΑ ΠΟΥ ΕΔΩ ΚΑΙ ΔΕΚΑΕΤΙΕΣ ΛΑΜΒΑΝΕΙ ΧΩΡΑN ΣΤΗΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΗΠΕΙΡΟ

Υπάρχει μια πορεία διαρκούς, τρόπον τινά, ανακυκλούμενης κρατικής οντότητας στη διαδρομή της σε «έθνος-κράτος» από την εκδήλωση του φαινομένου με την πρώτη εμφάνιση του γαλλικού, επαναστατικού κρατικού δρώμενου κατά το 1789 μέχρι τη συνέχεια και την οικοδόμηση των ευρωπαϊκών κρατών - εθνών κατά τον 18ον και 19ον αιώνα, αρχής γενομένης από την Ελληνική Επανάσταση.

Το σύστημα, ένα έθνος - ένα κράτος, ωθούμενο από την προελαύνουσα τότε αρχή του εθνικισμού, κυριάρχησε στην ευρωπαϊκή ήπειρο και συνετέλεσε αποφασιστικά στη θεμελίωση των ευρωπαϊκών κρατών - εθνών. Επρόκειτο για έναν ιστορικό κύκλο που έκλεισε τον 20όν αιώνα με την παγκοσμιοποίηση, μετά από μία σαραντάχρονη και πλέον περίοδο ψυχροπολεμικής παγκόσμιας, διπολικής, πυρηνικής ισορροπίας. Τούτο επήλθε από το 1945 και εντεύθεν μέχρι το 1991, με τη διάλυση του σοβιετικού ιμπέριουμ, καθορίζοντας μέχρι τότε τις παγκόσμιες ισορροπίες ειρήνης, ασφάλειας και σταθερότητας σε όλη την υφήλιο.

Το τέλος της σοσιαλιστικής, κομμουνιστικής εν τέλει προοπτικής ακύρωσε την προσδοκία της παγκόσμιας σοσιαλιστικής, κομμουνιστικής κοινωνίας, οδηγώντας στην επιστροφή των κρατικών εθνικών αντιλήψεων του 18ου και 19ου αιώνα, δηλαδή στην προσέγγιση της διεθνούς πολιτικής στον πυρήνα έθνος - κράτος. Το τέλος της ουτοπίας, κατά Joachim Fest, επανέφερε την ανθρωπότητα στην πραγματικότητα της ακαταμάχητης γοητείας του έθνους και του εξ αυτού προκύπτοντος κράτους.

Η αναγέννηση των κρατών - εθνών στην εποχή της παγκοσμιοποίησης επαναπροσδιορίζει τη διεθνή πολιτική σε συνθήκες παρωχημένης, πλην υπαρκτής εθνικής σύγκρουσης και αναζήτησης κατά ταύτα εν μέσω εθνικών ανταγωνισμών δομών και συνθηκών συνύπαρξης, κοινωνικοοικονομικής συνεργασίας και προοπτικών ενοποιητικών διεργασιών στο πολιτικό επίπεδο, αρχής γενομένης από το πείραμα που εδώ και δεκαετίες λαμβάνει χώραν στην ευρωπαϊκή ήπειρο.

Εδώ στην Ευρώπη έχουμε κατά την τελευταία εξηκονταετία την οικονομική ενοποίηση σε σημαντικό βαθμό, ενώ επιχειρείται ανεπιτυχώς η κατάκτηση της πολιτικής ένωσης των ευρωπαϊκών κρατών και λαών σε ένα ενιαίο ομοσπονδιακό, πολιτειακό σχήμα. Το τελευταίο αυτό στάδιο προϋποθέτει για την επίτευξή του την υποχώρηση των εθνικών εγωισμών υπέρ του ευρωπαϊκού ιδεώδους, όπερ εν τοις πράγμασι εξόχως δυσχερές.

Τις ευρωπαϊκές ενοποιητικές πολιτικές διεργασίες προβληματίζει σαφώς και η εντεινόμενη προσφυγική κρίση, που διά των ανεξέλεγκτων ροών της προκαλεί φοβίες, ενδυναμώνει προκαταλήψεις, αναδεικνύει προϋπάρχουσες παραστάσεις απειλής έναντι της εθνικής υπόστασης και της κυριαρχίας των κρατών. Πρόκειται ουσιαστικά για μιαν ανατροφοδοτούμενη ευρύτερη κρίση μεταξύ προσφυγικού, εθνικών φόβων και ενδυνάμωσης αρνητικών στερεοτύπων.

Η προσφυγική κρίση αποτέλεσε το έναυσμα που ανέδειξε ουσιαστικά ζητήματα πολιτικής και πολιτιστικών εσωτερικών αντιθέσεων της Ευρωπαϊκής Ένωσης και ολόκληρης της ευρωπαϊκής ηπείρου, που εστιάζονται στην εθνική προσέγγιση των προβλημάτων της Ευρώπης και της εξ αυτής επερχόμενης αντίθεσης και αντιπαράθεσης, που συνιστά σύγκρουση συμφερόντων και εθνικών ταυτοτήτων.

Στο κυρίαρχο αυτό ζήτημα επικεντρώνεται και η προβληματική του ευρωπαϊκού μέλλοντος, το οποίο δεν διαγράφεται ελπιδοφόρο, στον βαθμό που οι εθνικιστικές προσεγγίσεις ευρωπαϊκών ζητημάτων οδηγούν αφεύκτως σε ένα ευρωπαϊκό σύστημα κατακερματισμού προσανατολισμών κοινών αντιλήψεων, όπου το εθνικό στοιχείο υπερέχει σαφώς και κατά κράτος μιας θολής, ευρωπαϊκής ταυτότητας. Έχουμε ενώπιόν μας κραυγαλέα παραδείγματα, όπως οι περιπτώσεις της Αυστρίας, Ουγγαρίας, Ιταλίας, όπου κατά τρόπο ανάγλυφο και ζοφερό, θα λέγαμε, εκδηλώνεται η υπεροχή του εθνικού και σε ορισμένες περιπτώσεις εθνικιστικού ιδεολογήματος εις βάρος του ευρωπαϊκού και κοινού προσανατολισμού της Γηραιάς Ηπείρου.

Πρόκειται για ένα φαινόμενο, που προκαλείται από μία διττή παθογένεια. Αφενός την αποτυχία της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης και αφετέρου την επιστροφή των κρατικών οντοτήτων στην αναζήτηση της εθνικής τους ταυτότητας ως κινητήριας ιδεολογίας του πολιτικού τους παρόντος και κατεύθυνσής τους ως μέλλοντος.

Εν όψει τούτων, το ερώτημα που τίθεται και αφορά στον ελλαδικό χώρο είναι, κατά πόσον διαγιγνώσκοντας την πορεία των εξελίξεων στην Ευρώπη, η οποία δεν είναι εκείνη η προσδοκώμενη των δεκαετιών του 1950 και του 1960, θα αναπροσαρμόσουμε τη στρατηγική της χώρας. Αντιλαμβανόμενοι ως ρεαλιστικό το γεγονός πως η Ευρώπη δεν είναι και δεν μπορεί να είναι εκείνη ενός ενιαίου, ενοποιημένου πολιτικού, δηλαδή πολιτειακού χώρου, η Ελλάδα, φυσικά δε και η Κύπρος, οφείλουν να στηριχθούν σε ίδιες δυνάμεις, μόνες και μετά συμμάχων, έτσι ώστε προσεγγίζοντας πραγματιστικά τις εξελίξεις, να μπορέσουν να αντιμετωπίσουν πολιτικοοικονομικές και άλλες δύσκολες συνθήκες, που αφεύκτως αναφύονται στον εγγύτερο και ευρύτερο διεθνή περίγυρο των χωρών.

Επομένως, η πολιτική του κράτους οφείλει να σχεδιαστεί, με γνώμονα το ρεαλιστικό σχήμα των εκτιμήσεων ως προς τις επερχόμενες εξελίξεις και όχι βάσει μιας ουτοπικής προσέγγισης ενός ανύπαρκτου επιθυμητού.

Χριστόδουλος Κ. Γιαλλουρίδης
Καθηγητής Διεθνούς Πολιτικής,
Διευθυντής Κέντρου Ανατολικών Σπουδών
για τον Πολιτισμό και την Επικοινωνία,
Πάντειο Πανεπιστήμιο