Είναι ευπρόσδεκτη η παρατηρούμενη ανάπτυξη της κυπριακής οικονομίας τα πρώτα τρίμηνα του 2018, καθώς κι η πρόσφατη διεθνής αναβάθμισή της. Ευπρόσδεκτες είναι κι οι θετικές επιπτώσεις στην απασχόληση και τη σταδιακή έξοδο από τα πολλά προβλήματα, που η κρίση του 2013 δημιούργησε. Το γεγονός αυτό, όμως, δεν πρέπει να μας κάνει να εφησυχάζουμε. Η οικονομία της Κύπρου δεν έχει πάρει τη μορφή μιας οικονομίας αυτοδύναμης και βιώσιμης ανάπτυξης. Οποιοδήποτε εξωτερικό γεγονός μπορεί να οδηγήσει σε ανάσχεση του ρυθμού ανάπτυξης με όλα τα κακά συνεπακόλουθα.

Αν κάνουμε μια γρήγορη ανασκόπηση πού βρίσκονται οι κυριότεροι τομείς, θα διαπιστώσουμε το τεράστιο έργο που έχουμε να επιτελέσουμε. Τα βασικά χαρακτηριστικά ενός δυναμικού τομέα είναι η συνεχής τεχνολογική και λειτουργική αναβάθμισή του, που οδηγεί στην προσφορά συγκριτικά πιο ανταγωνιστικών αγαθών και υπηρεσιών με το πέρασμα του χρόνου.

Ξεκινώντας από τους πρωτογενείς τομείς παραγωγής διαπιστώνουμε τη συνεχή συρρίκνωση του γεωργικού τομέα, που οφείλεται στην έλλειψη ανταγωνιστικότητας έναντι άλλων χωρών. Η υστέρηση αυτή δεν οφείλεται στην ταχύτερη αύξηση των άλλων τομέων της οικονομίας. Γνωρίζοντας τις συνθήκες που επηρεάζουν αρνητικά τη γεωργική παραγωγή και παραγωγικότητα, προσπαθήσαμε να τις αντιμετωπίσουμε: Αυξήσαμε τη δυνατότητα των φραγμάτων από 6,5 εκ. κ.μ. νερού σε πέραν των 300 εκ., μιας και η αρδεύσιμη γεωργία αποδίδει πολύ περισσότερο από την ξηρική καλλιέργεια.

Επειδή η πληρότητα/επάρκεια τούτων εξαρτάται από τις καιρικές συνθήκες, εισαγάγαμε την αφαλάτωση θαλάσσιου νερού. Δυστυχώς μέχρι σήμερα δεν καταφέραμε να εξισορροπήσουμε την προσφορά και την απαραίτητη ζήτηση νερού, μέχρι σημείου που αναγκαστήκαμε να φέρουμε νερό με πλοία από την Ελλάδα κάποτε!

Για τη μεγαλύτερη κι ολιγότερο δαπανηρή απόδοση στις γεωργικές ασχολίες προωθήσαμε την αξιοποίηση της ηλιακής ενέργειας σε θερμοκήπια, τον συνδυασμό γεωργικής και κτηνοτροφικής παραγωγής, τον αναδασμό της γης για τη δημιουργία μεγαλύτερων μονάδων, την εφαρμογή σε πλείστες ορεινές περιοχές σχεδίων ενιαίας ανάπτυξης κ. ά. Παρόλα αυτά σήμερα βρίσκουμε στην αγορά σκόρδα από την Κίνα, λεμόνια από την Αργεντινή και ρόδια από το Περού! Κι όμως η ροδιά μπορεί κάλλιστα να ευδοκιμήσει παντού, ακόμη κι ως φράκτης περβολιών.

Η βιομηχανία διέγραψε μια πορεία, που συνοπτικά μπορεί να χωριστεί στην περίοδο πριν και μετά την εισβολή και την περίοδο 1989 μέχρι σήμερα. Το 1973 η συμβολή της στο ΑΕΠ ανήλθε στα 18,8% (13,2% το 1960), στην απασχόληση σε 14,2% (13,1% το 1960), ενώ οι εξαγωγές βιομηχανικών προϊόντων αυξήθηκαν κατά 4 φορές μεταξύ 1961 και 1971.

Η βιομηχανία αύξησε τα ποσοστά της στο ΑΕΠ μετά την εισβολή (18% το 1982), υποβοηθώντας την ταχεία επαναδραστηριοποίηση της οικονομίας. Στη συνέχεια έχασε έδαφος (11,5% το 1996, 5,1% το 2012). Το μερίδιό της στην απασχόληση ανήλθε από 14% το 1976 στα 18% το 1980, παρέμεινε σταθερό μέχρι το 1989, για να σημειώσει σταδιακή πτώση στα 7,5% το 2012. Έτσι ούτε η βιομηχανία έκαμε εκείνο που αναμέναμε, να μετατρέψει την Κύπρο σε μια τεχνολογικά ανεπτυγμένη οικονομία.

Τα Έκτακτα Σχέδια προνοούσαν: προώθηση δραστηριοτήτων, που χρησιμοποιούν σύγχρονη τεχνολογία, συνεργασία με το ξένο κεφάλαιο, πολιτική έντονου εξαγωγικού προσανατολισμού, δημιουργία ανταγωνιστικότητας, εξάλειψη οργανωτικών και παραγωγικών αδυναμιών, εξασφάλιση υψηλού βαθμού εξειδίκευσης σε τομείς όπου η Κύπρος διαθέτει συγκριτικά πλεονεκτήματα. Επίσης διελάμβαναν την αξιοποίηση της γεωγραφικής θέσης της Κύπρου ως κέντρου παραγωγής για εξαγωγές στον ευρύτερο Μεσανατολικό κι Ευρωπαϊκό Χώρο.

Πέραν του γεωγραφικού πλεονεκτήματος, σαν κίνητρα για την προσέλκυση ξένων επενδύσεων προέβαλλαν την ποιότητα του εργατικού δυναμικού, την ύπαρξη καλά αναπτυγμένου τραπεζικού συστήματος, καλού συστήματος συγκοινωνιών κι επικοινωνιών με άλλες χώρες κ.λπ. Αξιοσημείωτα είναι επίσης η εκπεφρασμένη βούληση για εισαγωγή μέτρων για διευκόλυνση της συγχώνευσης μικροτέρων σε μεγαλύτερες μονάδες, ενδυνάμωση του θεσμού δημοσίων εταιρειών, απλοποίηση των διαδικασιών προώθησης βιομηχανικών σχεδίων κ.λπ, κ.λπ.

Για τους λόγους αυτούς βοηθήσαμε να «γεμίσουμε» την Κύπρο με Πανεπιστήμια κι Ερευνητικά Κέντρα για να αναβαθμίσουμε ακόμη περισσότερο τις δυνατότητές μας στον ανθρώπινο παράγοντα. Συνήψαμε Συμφωνίες Συνεργασίας με ανεπτυγμένες κι άλλες Χώρες για να διευκολύνουμε την αξιοποίηση της Κύπρου ως κέντρου παραγωγής κι εξαγωγής προηγμένων βιομηχανικών προϊόντων. Παρόλο που καταφέραμε να προσελκύσουμε στην Κύπρο βιομηχανικούς κολοσσούς (Ινδία, Ιαπωνία), δεν μπορέσαμε να τους κρατήσουμε λόγω έλλειψης ενδιαφέροντος από μέρους των αρμοδίων (δημόσιο και ιδιωτικό τομέα). Ένα βασικό έργο υποδομής που θα διευκόλυνε τον ερχομό και την παραμονή τους, το τεχνολογικό πάρκο, ακόμη βρίσκεται υπό μελέτη.

Θα μπορούσα να συνεχίσω και με άλλους τομείς, όπου χρειάζεται να εντείνουμε τις προσπάθειές μας για συνεχή αναβάθμισή τους. Θα περιοριστώ, όμως, σε έναν, τον τουρισμό, λόγω έλλειψης χώρου. Ούτε στον τουρισμό, που υπερηφανευόμαστε για τα επιτεύγματά μας, καταφέραμε να κάνουμε ό,τι θέσαμε σαν στόχο εδώ και δεκαετίες, την αναβάθμισή του ώστε να αποδίδει ολόχρονα αλλά πρωτίστως να είναι κι αυτός πιο παραγωγικός.

Η τελευταία ανακοίνωση για τις εξελίξεις στον τουρισμό καταγράφει και πάλι τη σημαντική άνοδο του αριθμού των επισκεπτών αλλά και τη μείωση του κατά κεφαλήν τουριστικού εισοδήματος. Η αποδοτικότητα του τομέα είναι μειωμένη. Κάποτε μιλούσαμε να μετατρέψουμε την Κύπρο σε Μόντε Κάρλο ή Ριβιέρα της Μ. Ανατολής. Και πάλι ένα διεθνές τουριστικό κέντρο της περιοχής.

Δρ Ιάκωβος Αριστείδου
Πρώην Υπουργός,
πρώην Γενικός Διευθυντής Γραφείου Προγραμματισμού

www.iacovosaristidou.com