H κρίση στον χώρο της Παιδείας έχει αναδείξει μια σειρά από ζητήματα, τα οποία απασχόλησαν γενικότερα την κοινωνία. Ένα από τα θέματα που πολυσυζητήθηκε εξ αφορμής ήταν κατά πόσον ο εργοδότης δικαιούται να περικόψει τον μισθό των εργοδοτούμενων-εκπαιδευτικών που ευρίσκονταν σε απεργία ή κατά πόσον οι απεργοί εκπαιδευτικοί δικαιούνται να λάβουν τον μισθό τους χωρίς οποιαδήποτε περικοπή ενόσω ευρίσκονται σε απεργιακά μέτρα.

Συνδικαλιστική ελευθερία

Το Σύνταγμα και ειδικότερα το άρθρο 21.2 διαλαμβάνει ότι «Έκαστος έχει το δικαίωμα τού συνεταιρίζεσθαι μετ’ άλλων περιλαμβανομένου του δικαιώματος ιδρύσεως συντεχνιών και προσχωρήσεως εις ταύτας προς προστασίαν των ιδίων αυτού συμφερόντων. Παρά τους κατά την τρίτην παράγραφον του παρόντος άρθρου περιορισμούς, ουδείς εξαναγκάζεται να προσχωρήσει εις οιονδήποτε συνεταιρισμόν ή να συνεχίση να μετέχη αυτού ως μέλος». Γίνεται επομένως δεκτό ότι κάθε άτομο έχει δικαίωμα της ελευθερίας τού να συνεταιρίζεται με άλλους και περαιτέρω να συστήνει συντεχνία της επιλογής και να εντάσσεται, συμμετέχει σε συντεχνία για την προάσπιση των δικών του συμφερόντων.

Το δικαίωμα της συνδικαλιστικής ελευθερίας, εκτός από θεμελιώδες, δεν επιδέχεται κανένα επεμβατικό δικαίωμα από εργοδότες ή από τρίτα άτομα. Τυχόν επέμβαση σε αυτό το δικαίωμα οδηγεί σε ποινικές διατάξεις. Οι δρακόντειες συνέπειες είναι που διαμορφώνουν τέτοιες συνθήκες που να οδηγούν τους εργοδότες στο να ακούνε και να διαπραγματεύονται με τις συντεχνίες για να επιτυγχάνουν ομαλές εργασιακές συνθήκες.

Το δικαίωμα απεργίας

Το Σύνταγμα δεν περιέχει ορισμό της απεργίας, παρά το γεγονός ότι το άρθρο 27 εγγυάται και διασφαλίζει το δικαίωμα αυτό της απεργίας ως θεμελιώδες ανθρώπινο δικαίωμα. Χρησιμοποιείται η έννοια που έχει γίνει δεκτή από τα δικαστήρια και που παραπέμπει στη συλλογική στάση απεργίας όσων απασχολούνται με θέματα που προκύπτουν από τους όρους και τις συνθήκες της εργοδότησής τους.

Είναι πολύ καθοριστικό επίσης το γεγονός ότι μια εργατική διαφορά, η οποία οδηγείται σε απεργία είτε εντός ή εκτός του Κώδικα Βιομηχανικών Σχέσεων, συνήθως δεν επιλύεται στις αίθουσες των δικαστηρίων παρά μόνο μετά από εξαντλητικές, επίπονες και έντονα αντιπαραθετικές διαπραγματεύσεις. Για τον εργοδότη δε, ιδιαίτερα όταν πρόκειται για το Κράτος, οι διαδικασίες αυτές κατά κανόναν προκαλούν παραιτήσεις αλλά και «φθορές».

Η κρίση στην Παιδεία στην Κύπρο έχει οδηγήσει τις «αντίπαλες» πλευρές σε συζητήσεις, οι οποίες, όμως, όπως καταδεικνύουν τα αποτελέσματα, δεν έχουν επιφέρει οριστικά αποτελέσματα. Αντίθετα έχουν αφήσει άλυτα θέματα τα οποία οδήγησαν την πλευρά των εργοδοτουμένων σε διήμερη απεργία.

Περικοπή μισθών

Η απεργία των εκπαιδευτικών του δημόσιου τομέα έχει προκαλέσει το ερώτημα: Δύναται να περικόπτει ή υποχρεούται να πληρώνει ο εργοδότης μισθούς για όση περίοδο οι εργοδοτούμενοι απεργούν; Η δημοσιότητα δε έχει αναδείξει ότι η εργοδοτική πλευρά προετοίμαζε σχεδιασμούς για ολική σύγκρουση.

Το Ανώτατο Δικαστήριο, σε υπόθεση που τέθηκε ενώπιόν του το 1995 *(1), ανέφερε ότι «η νομολογία η οποία ακολουθείται σχετικά με τη μισθοδοσία των δημοσίων υπαλλήλων αναφέρει πως οι υπάλληλοι δεν δικαιούνται σε πληρωμή μισθού για όση περίοδο δεν εξεπλήρωσαν τα καθήκοντα τους, ούτε εδικαιούντο σε οποιαδήποτε αναρρωτική άδεια ή άδεια διακοπών. Ο μισθός υπαλλήλου θεωρείται το αντάλλαγμα παρασχεθείσης από αυτόν εργασίας και επομένως υπάλληλος ο οποίος δεν προσφέρει εργασία, δεν δικαιούται σε πληρωμή μισθού».

Είναι επίσης γεγονός ότι η προσέγγιση σε επίπεδο Διεθνούς Γραφείου Εργασίας έχει αλλάξει και γενικά το θέμα επαφίεται ακριβώς στα μέρη της διαφοράς να καθορίσουν τον σκοπό και το εύρος των θεμάτων διαπραγμάτευσης.

Ο εκσυγχρονισμός των κοινωνικών συνθηκών αλλά και του δικαίου συνακόλουθα διαμορφώνει την αλλαγή στη νομολογημένη θέση ή άποψη. Και τούτο γιατί στην Κυπριακή Έννομη Τάξη έχει πλέον ψηφιστεί και εφαρμόζεται ο νόμος περί της προστασίας του Μισθού *(2). Στο εν λόγω νομοθέτημα και στην ερμηνεία του Εργοδότη περιλαμβάνεται και η Κυβέρνηση της Κυπριακής Δημοκρατίας. Σύμφωνα με το άρθρο 10 του νόμου, επιτρέπονται περικοπές ποσών από τον μισθό, παρά μόνο:

(α) περικοπές που προνοεί νόμος ή κανονισμός·

(β) περικοπές σύμφωνα με κανονισμούς ταμείων σύνταξης, ταμείων προνοίας και ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης·

(γ) περικοπές δυνάμει δικαστικής απόφασης

(δ) περικοπές για αποζημίωση λόγω ζημιάς που υπέστη η επιχείρηση και που προκλήθηκε σκόπιμα ή ένεκα βαριάς αμέλειας του εργοδοτούμενου· και

(ε) άλλες περικοπές, μετά από συγκατάθεση του εργοδοτούμενου.

Οι συγκεκριμένες διατάξεις εξειδικεύουν (lex specialis) τις περιπτώσεις αυτές αποκλείοντας με αυτόν τον τρόπο τις περιπτώσεις που οι εργοδοτούμενοι ευρίσκονται σε απεργία. Το ίδιο το νομοθέτημα για να υποχρεώσει την εφαρμογή του έχει ποινικοποιήσει την παραβίαση επιβάλλοντας προς τούτο σοβαρές ποινές, μεταξύ άλλων φυλάκιση στον ίδιο τον εργοδότη.

Συμπερασματικές παρατηρήσεις

Το αν αποτελεί λοιπόν δικαίωμα ή υποχρέωση η περικοπή μισθού θα το αποφασίζουν inter alia και τα ποινικά Δικαστήρια. Τα δεδομένο είναι πως τα δικαιώματα θεμελιώνονται, διευρύνονται και κωδικοποιούνται για διασφαλίζουν erga omnes την εφαρμογή τους. Η πολυσυζητημένη κρίση αναμένεται να επαναπροσανατολίσει τη διατυπωμένη επιλογή του Κύπριου νομοθέτη να στηρίξει το θεσμό της απεργίας και να προστατεύσει τον μισθό.

Παραπομπές:
(1) Τσίγκη V Δημοκρατία, (1995) 4 ΑΑΔ 173.
(2) Περί Προστασίας Μισθού Νόμος 35(Ι)/2007

ΓΙΩΡΓΟΣ Τ. ΧΡΙΣΤΟΦΙΔΗΣ
Δικηγόρος - Ειδικό Διδακτικό Προσωπικό Πανεπιστημίου Frederick