Η δεδηλωμένη θέση του Προέδρου της Δημοκρατίας και η επικείμενη συνάντησή του με τον Γενικό Γραμματέα του ΟΗΕ αποβλέπει στο να τονίσει εκ νέου την ετοιμότητά του για συνέχιση «από εκεί που έμειναν» από το περσινό καλοκαίρι οι συνομιλίες στην ατυχέστατη και καταστροφική, για την πλευρά μας, πενταμερή διάσκεψη, όπου πέρα από εγγυήτριες Χώρες, υπήρξε ισοϋψής συμμετοχή των δύο κοινοτήτων ως η επίλυση να μην αφορούσε το Κράτος μας και η Κυπριακή Δημοκρατία να ήταν ήδη εκλιπούσα.
Το ερώτημα όμως είναι τα όσα έχουν συζητηθεί και έχουν φθάσει σε συμφωνημένο επίπεδο ή βρίσκονται κοντά σε «ακτίνα λύσης», διαμορφώνουν πραγματικά τη βεβαιότητα ότι ακόμη και εάν καταργηθούν τα επεμβατικά δικαιώματα και οι εγγυήσεις, θα έχουμε ένα «κανονικό» Κράτος που θα διέπεται και θα λειτουργεί βιώσιμα, κατά τις αρχές και αξίες του Ευρωπαϊκού Δικαίου και του κοινοτικού κεκτημένου; Δέχεται την αναφορά του Γενικού Γραμματέα του ΟΗΕ για «κανονικό» Κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης η Τουρκία, ως λύση του κυπριακού προβλήματος, ή επιμένει στην αυθαίρετη θέση της, περί την «ανυπαρξία» της Κυπριακής Δημοκρατίας; Στάση που εν πολλοίς τονίστηκε στην περσινή ομιλία του Προέδρου Αναστασιάδη στη Γενική Συνέλευση του ΟΗΕ ως στάση αντίθετη με το δίκαιο.
Για τη στρατιωτικά ισχυρή Τουρκία, δεν αποτελεί μεγάλη παραχώρηση το να καταργηθούν οι εγγυήσεις και τα επεμβατικά δικαιώματα, αφού η διαφαινόμενη ήδη από τα έγγραφα μη ομαλή και δίκαιη λειτουργία του νέου κρατικού μορφώματος και η δυνατότητα εκ νέου βέτο των Τουρκοκυπρίων θα αποτελεί για την ίδια την Τουρκία, ευκαιρία και λόγο για να προωθήσει όποτε το κρίνει ευνοϊκό για τις διεκδικήσεις της, νέα στρατιωτική επέμβαση άσχετα από τη μη ύπαρξη εγγυήσεων, ως έπραξε πρόσφατα σε Συρία και Ιράκ.
Προφανώς της αρκεί μια λύση ως προδιαγράφεται και δρομολογήθηκε με τα ήδη συμφωνηθέντα, με χιλιάδες εποίκους να παραμένουν, με την ανατροπή του δικαιώματος ιδιοκτησίας, της ελεύθερης εγκατάστασης και τον διαχωρισμό του λαού με κριτήρια ρατσιστικά σε αυτόνομες περιοχές της κάθε «κοινότητας» για να είναι επικυρίαρχος στο νέο κρατικό μόρφωμα που η ίδια, όχι τυχαία, επιδιώκει να προκύψει με την ταυτόχρονη κατάργηση / εξαφάνιση της Κυπριακής Δημοκρατίας.
Η απειλή της Τουρκίας ότι θα επιδιώξει νέες διαδικασίες για αναζήτηση επίλυσης έξω από τα πλαίσια και χωρίς τη συμβολή του ΟΗΕ, όπως και η απειλή για αύξηση των στρατευμάτων κατοχής και επαπειλούμενη διαφοροποίηση των αρμοδιοτήτων της Ειρηνευτικής Δύναμης του ΟΗΕ στην Κύπρο, δεν πρέπει να αποτελούν λόγο ώστε η ηγεσία μας να εγκαταλείψει το δίκαιο και τα δικαιώματα ως Κράτος και λαός της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Άλλωστε η χρονική στιγμή και η όλη κατάσταση της περιοχής εγκυμονεί ανακατατάξεις και κινδύνους απρόβλεπτους, η οποία συγκυριακά μπορεί και πρέπει να αποτελέσει εφαλτήριο για δίκαιες διεκδικήσεις ώστε το Κράτος Μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η Κυπριακή Δημοκρατία, να συνεχίσει να υπάρχει αλλά και να διέπεται η λειτουργία της από τις αρχές της Ευρωπαϊκής Ένωσης ως Κράτους Δικαίου και όχι από μόνιμες παρεκκλίσεις.
Ας υπενθυμίσει εκ νέου και πιο έντονα ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας ενώπιον της Γενικής Συνέλευσης ότι ένα μεγάλο ποσοστό του εδάφους του αναγνωρισμένου Κράτους της Κυπριακής Δημοκρατίας, για πέραν των 44 ετών, βρίσκεται, αντίθετα στο διεθνές δίκαιο, υπό στρατιωτική παράνομη κατοχή και υφίσταται πρόσθετα τις συνέπειες ενός μεθοδευμένου παράνομου εποικισμού και δημογραφικής αλλοίωσης. Αυτό το Κράτος αναζητεί λύση και χρειάζεται τη διεθνή συμπαράσταση για να δικαιωθεί κατά το δίκαιο.
Οι συμμαχίες σε διεθνές επίπεδο και η προώθηση σχέσεων καλής γειτονιάς με Αίγυπτο, Ισραήλ, Ιορδανία και Λίβανο ήταν μια αναγκαία αλλά και εξαίρετη στρατηγική, που πρέπει να εντατικοποιηθεί με συνεχή και πιο ολοκληρωμένη συμμετοχή και άλλων χωρών, όπως η Ιταλία και η Γαλλία. Τούτο το καθήκον, που προωθήθηκε με τη διαχρονική συμβολή της Ελλάδος, προφανώς δεν πρέπει να αποβεί σε βάρος των διαχρονικών δεσμών και καλών σχέσεων που έχουμε με Ρωσία και Παλαιστίνη.
Η ομιλία στη Γενική Συνέλευση ας είναι ανάλογη με την τελευταία διεκδίκηση της Κυπριακής Δημοκρατίας στο Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, που πραγματοποιήθηκε με επιτυχία με τη συνδρομή της Ελλάδας. Επιβάλλεται να επαναληφθεί ως διεκδίκησή μας, κατά τον Χάρτη του ΟΗΕ αλλά και τις αρχές του διεθνούς δικαίου. Αυτό απαιτεί η πίστη στην υπεροχή του δικαίου και η ανάγκη της διεκδίκησής του.
Ανδρέας Σ. Αγγελίδης
Δικηγόρος




