Η στρατηγική είναι το απαραίτητο εργαλείο κάθε έθνους και λαού, διαμορφώνεται και διαπλάθεται σε διάφορες φάσεις, με βασικό γνώμονα και κίνητρο το συμφέρον της χώρας προς την κατεύθυνση του οποίου οφείλει να προσανατολίζεται
Η κρατική οντότητα υπάρχει ως μονάδα του διεθνούς συστήματος και ως υποκείμενο διεθνούς δικαίου, που συμμετέχει στην παραγωγή πολιτικής συμπράττουσα όντως ενεργά στην στρατηγική αποτύπωση τής προς τα έξω πολιτικής βούλησης της χώρας εν γένει. Το κράτος εκδηλώνει παντοιοτρόπως τη βούλησή του για προβολή αντιλήψεων και συμφερόντων, που εκφράζουν αυτό που στις διεθνείς σχέσεις συνήθως αποκαλείται εθνικό συμφέρον. Η προβολή του εθνικού συμφέροντος και η ικανότητα υπεράσπισής του αποτελεί και την conditio sine qua non της κρατικής υπόστασης. Τούτο είναι συνυφασμένο με τη λογική του κράτους, την ύπαρξη και παρουσία του στον κόσμο και την εν γένει διαδρομή του στη διεθνή πολιτική και την παγκόσμια κοινότητα.
Αυτό που εκδηλώνεται ως εθνικό συμφέρον για να μπορέσει να εκφραστεί ως πολιτική πράξη οφείλει να υιοθετηθεί πολιτικά από την κρατική δομή, που να αποτυπώνει κατ’ αυτόν τον τρόπο και σταθερά τη θέλησή της για υλοποίηση πολιτικών και στρατηγικών διεκδικήσεων εν γένει. Η υλοποίηση εν προκειμένω της στρατηγικής, δηλαδή της πολιτικής βούλησης ενός συλλογικού υποκειμένου, δεν λειτουργεί ως εν αυτομάτω πιλότω ευρισκόμενη, αλλά εξαρτάται πολύ περισσότερο από τη δεδηλωμένη σταθερή βούληση των συμμετεχόντων και συμπραττόντων για την πραγμάτωση της στρατηγικής στόχευσης των εμπλεκομένων μερών.
Ως εκ τούτου, η πραγμάτωση του στρατηγικού σχεδιασμού εκπορεύεται αρχικά από την προβολή τής περί τούτου βούλησης, που όμως αυτή και μόνη ουδόλως επαρκεί για την εκπλήρωση του στρατηγικού φαινομένου. Είναι προφανές πως η επίτευξη της στρατηγικής βούλησης των μερών εναπόκειται στη σταθερά αταλάντευτη αποφασιστικότητα των φορέων υλοποίησης, στους οποίους αφορά η υλοποίηση στη δεδομένη διαδικαστικά πορεία.
Είναι όμως παρά ταύτα εξόχως ενδιαφέρον η παραγωγή στρατηγικής απόφασης να εκδηλώνεται κατά τα λεγόμενα διαρθρωτικά ελλείμματα και να μην απεικονίζει εν τέλει πλήρως και ολοκληρωτικά τη στρατηγική βούληση των εμπλεκομένων. Αυτό θα σήμαινε δύο τινά. Είτε αφενός δομικές αδυναμίες υλοποίησης από το αφετηριακό πλαίσιο παραγωγής πολιτικής, είτε αφετέρου σε προβλήματα που ανάγονται στο διεκπεραιωτικό επίπεδο του πολυδιάστατου, πολύπλευρου φαινομένου πολιτικής σύλληψης ως προσέγγισης των επερχομένων. Τούτο γιατί, όπως η Κλασική Ελλάδα διδάσκει τη σύγχρονη πολιτική, ο ρόλος του πολιτικού δεν είναι διεκπεραιωτικός του παρόντος, αλλά άπτεται του σχεδιασμού του μέλλοντος.
Τα ανωτέρω συσχετιζόμενα με το παρόν αποτυπώνουν μιαν απογοητευτική κατάσταση, στον βαθμό που η ηγεσία της χώρας, κυβέρνηση και αντιπολίτευση, ουδόλως συζητά στον βαθμό ευθύνης που αναλογεί στην κάθε πλευρά σκεπτόμενη το μέλλον και δεν σχεδιάζει σε κανένα επίπεδο την Ελλάδα του αύριο.
Αντιθέτως καταναλώνει τις δυνάμεις της στην πολιτική αντιπαράθεση σε μικροπολιτικές αναζητήσεις του παρόντος, που δεν μπορεί να επηρεάζουν θετικά την πορεία της χώρας στο μέλλον. Η ως άνω λειτουργία της πολιτικής πραγματικότητας αντανακλάται στην καλλιέργεια μιας πολιτικής κουλτούρας, που εστιάζεται σε ζητήματα που δεν δίνουν προοπτική στη χώρα και στον λαό. Έχει ως αποτέλεσμα μια προϊούσα συνθήκη πεσιμιστικής προσέγγισης του κόσμου, που κυριαρχεί σε ολόκληρο το επίπεδο της κοινωνίας και εμπεδώνει μιαν αντίληψη του φόβου και αδυναμίας των Ελλήνων να προχωρήσουν σε κινήσεις κοινωνικοοικονομικού ρίσκου και βημάτων μπροστά, που να δώσουν προοπτική στο αύριο. Κατά ταύτα, επηρεάζεται η ίδια η ψυχοσύνθεση και κουλτούρα των Ελλήνων, που από δυναμικά δημιουργική που είναι από τη φύση της, μεταβάλλεται σε διστακτική και φοβική.
Αυτή η κατάσταση παρακμής, αποτελμάτωσης και ανασφάλειας δεν αλλάζει από μόνη της, αλλά χρειάζεται δύο τινά για να επέλθει η αλλαγή. Πρώτον, χρειάζεται ηγεσία που να εμπνέει και να καθοδηγεί, να σκέφτεται δυναμικά, να οραματίζεται, να εμψυχώνει και να σχεδιάζει το μέλλον. Δεύτερον, χρειάζεται μία παιδεία, που από τη βάση της διαπαιδαγώγησης, την οικογένεια μέχρι και την ανώτατη εκπαίδευση να καθοδηγεί προς την κατεύθυνση της ταυτότητας, της ελληνικότητας, της δύναμης του έθνους να σταθεί όρθιο, να καλλιεργεί την αντίληψη του εθνικού συμφέροντος, ώστε να είναι σε θέση να αντιμετωπίσει νικηφόρα στον διεθνή ανταγωνισμό τα άλλα έθνη, τους άλλους λαούς επ’ αγαθώ ελληνικής πατρίδας. Επομένως, η στρατηγική είναι το απαραίτητο εργαλείο κάθε έθνους και λαού, διαμορφώνεται και διαπλάθεται σε διάφορες φάσεις με βασικό γνώμονα και κίνητρο το συμφέρον της χώρας προς την κατεύθυνση του οποίου οφείλει να προσανατολίζεται.
ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΣ Κ. ΓΙΑΛΛΟΥΡΙΔΗΣ
Καθηγητής Διεθνούς Πολιτικής
Διευθυντής Κέντρου Ανατολικών Σπουδών
Για τον Πολιτισμό και την Επικοινωνία,
Πάντειο Πανεπιστήμιο




