Έχω επανειλημμένα αναφερθεί στο τι έπρεπε να απασχολεί όλους σε μια ημικατεχόμενη χώρα απ’ όπου κινδυνεύουμε να εξαφανιστούμε από έναν αδίστακτο εισβολέα. Μια ιστορία κι ένας πολιτισμός, που ήκμασαν πάρα πολλούς αιώνες, κινδυνεύουν να παραμείνουν στα βιβλία, στα ράφια των βιβλιοθηκών. Εκτός από ορισμένες μεμονωμένες φωνές κι αρθρογραφίες, τα οργανωμένα σύνολα, είτε αυτά αφορούν την πολιτική είτε τα ιδιωτικά συμφέροντα, εμφανίζονται κάθε τόσο να αγνοούν την πιο πάνω πραγματικότητα στην προσπάθειά τους να ικανοποιήσουν τα προσωρινά τους συμφέρονται. Τώρα καταλαβαίνω γιατί τόσες ιστορικές επιτυχίες του Ελληνισμού κατέληξαν τελικά στην εκδίωξή του από την Μ. Ασία και τον περιορισμό του στα σημερινά όρια, για να αναφέρω μια περίπτωση, που έχει σχέση με τη σημερινή κατάσταση στην Κύπρο.
Αφορμή για τις σκέψεις αυτές έδωσε η διαμάχη που ξέσπασε στη δημόσια εκπαίδευση, έναν τομέα όπου κοινές έπρεπε να είναι οι προσπάθειες όλων για συνεχή αναβάθμισή του. Η εκπαίδευση είναι μια κοινωνική δραστηριότητα, που έχει να κάμει με τον ανθρώπινο παράγοντα κι όχι με την παραγωγή υλικών αγαθών ή την προσφορά οποιωνδήποτε υπηρεσιών. Δυστυχώς κι η εκπαίδευση λογίζεται όπως οποιοσδήποτε κλάδος της οικονομίας
Όλες οι πλευρές έπρεπε να αντιμετωπίζουν τα θέματα της παιδείας με την ίδια σοβαρότητα με στόχο τη συνεχή βελτίωσή της. Και πρώτη απ’ όλες η Κυβέρνηση. Όσο κι αν έχει δίκαιο για την ανάγκη εξορθολογισμού της λειτουργίας του εκπαιδευτικού συστήματος (έχω επανειλημμένα γράψει για την ανάγκη επέκτασης κι αναβάθμισης του εκπαιδευτικού συστήματος), οι οποιεσδήποτε αλλαγές θα πρέπει να συζητούνται με τους ίδιους τους λειτουργούς της. Έχουμε προ πολλού ξεπεράσει ‘το εγώ διατάζω’. Η Κυβέρνηση θα πρέπει να βρει τρόπο να συζητήσει τις προτάσεις της με τις εκπαιδευτικές οργανώσεις (και τους γονείς) σε μια προσπάθεια εξεύρεσης αποδεκτών λύσεων για το κοινό καλό.
Αλλά και τα κόμματα, αντί να υποδείξουν τη σωστή διαδικασία για να βγούμε από το αδιέξοδο, προσπάθησαν να εκμεταλλευτούν την περίπτωση για να καταφέρουν πλήγματα κατά της Κυβέρνησης ‘και γαία πυρί μιχθήτω’! Οι ίδιες οι Οργανώσεις των Εκπαιδευτικών επέδειξαν, παρά το τι θα ανέμενε κανένας από υπεύθυνους ανθρώπους, την πορεία που είδαμε παλιότερα να ακολουθούν ομάδες εργαζομένων σε χειρονακτικά επαγγέλματα, που μόνο με το σταμάτημα των εργασιών τους αντιμετώπιζαν τις διαφορές τους.
Αλλά κι εκεί η Κύπρος έχει να επιδείξει τεράστια πρόοδο ομαλής επίλυσης εργατικών διαφορών. Το Διεθνές Γραφείο Εργασίας επανειλημμένα επαίνεσε την Κύπρο για την πρωτοπορία της στον χειρισμό θεμάτων εργατικών διαφορών και προώθηση συναινετικών λύσεων σε προβλήματα που αναφύονται μεταξύ κοινωνικών εταίρων.
Με αφορμή τη διαμάχη στην Παιδεία, ίσως θα 'πρεπε να ξαναδούμε το θέμα της ενιαίας αντιμετώπισης των εργασιακών διαφορών σε όλους τους τομείς. Ως γνωστόν, το Υπουργείο Εργασίας έχει τεράστια εμπειρία στα θέματα μεσολάβησης για επίλυση εργατικών διαφορών. Καταβάλαμε κάποτε πολλές προσπάθειες για τη δημιουργία ενός μηχανισμού, που να καλύπτει με τον ίδιο τρόπο τις διαφορές σε όλους τους τομείς, ιδιωτικό και δημόσιο τομέα. Όλες οι διαφορές να συζητούνται πρώτα στο Συμβούλιο Τριμερούς Συνεργασίας. Οι συντεχνίες του δημόσιου τομέα αντέδρασαν αρνητικά. Το ίδιο έκαμαν και αναφορικά με θέματα που τις αφορούσαν.
Η διαμάχη Κυβέρνησης και ΟΕΛΜΕΚ/ΠΟΕΔ/ΟΛΤΕΚ μού θύμισε μια περίπτωση στις αρχές της δεκαετίας του 1980 με θέμα το Αναλογικό Σχέδιο Σύνταξης. Μέχρι τότε ίσχυε η καταβολή σε όλους τους δικαιούχους ενός συγκεκριμένου ποσού σύνταξης, ανεξάρτητα από τα εισοδήματα που είχαν στη σταδιοδρομία τους. Επειδή τούτο σήμαινε ότι με την αφυπηρέτησή τους όλοι οι συνταξιούχοι εξομοιώνονταν, ανεξάρτητα από το επίπεδο διαβίωσης και τις υποχρεώσεις τους, η ιδέα ήταν να εισαχθεί ένα συμπληρωματικό σχέδιο κοινωνικών ασφαλίσεων, που να συνδέει τις εισφορές και τις παροχές με το ύψος του μισθού κάποιου μέχρις ενός ανώτατου ποσού. Μετά από πολλές συζητήσεις ήρθησαν οι ανησυχίες του Υπουργείου Οικονομικών και το θέμα πήρε την άγουσα προς συζήτηση στο πλαίσιο της Τριμερούς Συνεργασίας.
Τόσο οι εργοδοτικές οργανώσεις όσο κι οι μαζικές συντεχνίες δέχτηκαν την εισαγωγή του Σχεδίου, ενώ η ΠΑ.ΣΥ.Δ.Υ. και οι Εκπαιδευτικές Οργανώσεις το απέρριψαν. Μπροστά στον κίνδυνο να ματαιωθεί η όλη προσπάθεια εκσυγχρονισμού του θεσμού (οι αναλογιστικές προβλέψεις απαιτούσαν καθολική συμμετοχή στο νέο σχέδιο), καταλήξαμε σε έναν συμβιβασμό: το αναλογικό σχέδιο θα ήταν καθολικό, τη συνεισφορά των κρατικών λειτουργών θα την κατέβαλλε η Κυβέρνηση, η οποία, όμως, θα έπαιρνε η ίδια τα ποσά της αναλογικής σύνταξης που θα δικαιούνταν οι συνταξιούχοι της.
Έκτοτε το Ταμείο Κοινωνικών Ασφαλίσεων καταβάλλει κάθε μήνα την αναλογική σύνταξη, που κάθε συνταξιούχος κρατικός υπάλληλος δικαιούται, η οποία στη συνέχεια παρακρατείται από το Γενικό Λογιστήριο από τη κυβερνητική σύνταξή του. Δηλαδή οι κρατικοί λειτουργοί έγιναν τελικά το όχημα για να ασφαλιστεί η Κυβέρνηση.
Δεν ξέρω πόσα έχει βγάλει μέχρι τώρα η Κυβέρνηση από αυτήν τη γαλαντόμικη χειρονομία των οργανώσεων των κρατικών υπαλλήλων, όμως φαίνεται ότι δεν μπορούσε η Κυβέρνηση να είχε κάμει καλύτερη επένδυση. Κι ασφαλώς το αντίθετο ισχύει για τους επηρεαζόμενους συνταξιούχους της, οι οποίοι φαίνεται ότι έχασαν μια ευκαιρία να πάρουν μέχρι τώρα τέσσερεις και πέντε φορές πίσω τα λεφτά των τυχόν συνεισφορών τους.
ΔΡ ΙΑΚΩΒΟΣ ΑΡΙΣΤΕΙΔΟΥ
Πρώην Υπουργός,
πρώην Γενικός Διευθυντής Γραφείου Προγραμματισμού
www.iacovosaristidou.com




