Αναλογιζόμενοι τη συμφωνία για το λεγόμενο «Μακεδονικό», ανατρέχουμε για μια ακόμη φορά στην περίφημη ρήση του υπουργού Εξωτερικών του μεγάλου Ναπολέοντα, Ταλεϋράνδου, όπου σε μία ανάλογη περίπτωση είπε το γνωστό «αυτό δεν είναι έγκλημα, είναι λάθος», είναι δηλαδή κάτι πολύ χειρότερο. Ο Ταλεϋράνδος εν προκειμένω εννοούσε πως στην πολιτική μια λάθος απόφαση είναι χειρότερη από αυτό που συνήθως ονομάζουμε έγκλημα. Τούτο γιατί το λάθος άπτεται, όχι ενός προσώπου ή μιας συγκεκριμένης ομάδας ή τάξης, αλλά αφορά και πλήττει το σύνολο του λαού, την Ιστορία, τον πολιτισμό, το παρόν και το μέλλον μιας χώρας.
Τι έχει συμβεί με το ούτω καλούμενο Μακεδονικό ζήτημα, το οποίο διατρέχει μια περίοδο μισού και πλέον αιώνα αντιπαραθετικής διένεξης, υποβόσκουσας και ενεργού σύγκρουσης μεταξύ Τιτοϊκής Γιουγκοσλαβίας, εσχάτως δε δυναμικότερα μεταξύ Σκοπίων και Ελλάδος; Ο στρατάρχης Γιόσιπ Μπροζ Τίτο, δημιουργός της Σοσιαλιστικής Ομοσπονδιακής Γιουγκοσλαβίας, που στην περίοδο του Ψυχρού Πολέμου υπήρξε ο «αγαπημένος» σοσιαλιστής ηγέτης του δυτικού κόσμου, ιδίως μάλιστα των ΗΠΑ, ακριβώς γιατί ευρισκόταν σε ενεργό πολιτική αντιπαράθεση με τη μητρόπολη του σοσιαλισμού, τη Μόσχα, σχεδίασε και δημιούργησε το «Μακεδονικό» ζήτημα. Οικοδόμησε στο πλαίσιο ενός στρατηγικού πλαισίου την ιδεολογία του «μακεδονισμού», στοχεύοντας στην προδήλως ειρηνική, πλην όμως επεκτατική έξοδο της «Γιουγκοσλαβικής Μακεδονίας» στο Αιγαίο και δι’ αυτής προφανώς στη θαλάσσια ζώνη της Μεσογείου.
Η διάλυση της Γιουγκοσλαβίας που επήλθε το 1991, όχι μόνο δεν απάλειψε τον «μακεδονικό επεκτατισμό», που ως ανωτέρω εμφιλοχωρούσε στο πολιτικό σύστημα, αλλ’ ουσία τον επέτεινε. Το νεοσύστατο «Μακεδονικό» κρατίδιο, σε συμφωνία με την Ελλάδα, έλαβε την προσωρινή ονομασία, στο πλαίσιο μιας συμβιβαστικής λύσης ως προς το ονοματολογικό της χώρας αυτής, της «Πρώην Γιουγκοσλαβικής Δημοκρατίας της Μακεδονίας». Έκτοτε έμεινε στην προσωρινότητα με την Αθήνα, αποτελούσα η Ελλάδα εν τοις πράγμασι τον κρίσιμο παράγοντα διεθνούς πολιτικής αναγνώρισης της χώρας και του κρατιδίου για την αποδοχή και την ουσιαστική ένταξή του στο διεθνές σύστημα και τις πολύπλοκες αλληλεξαρτώμενες πραγματικότητες του διεθνούς πεδίου.
Πρέπει να σημειώσουμε πως αυτό που ονομάζεται στη διεθνή πολιτική timing, δηλαδή επιλογή του πολιτικού χρόνου διαπραγμάτευσης, ήταν σωστή, λόγω της ισχυρής διαπραγματευτικής θέσης της Ελλάδας έναντι των Σκοπίων. Όμως, η πορεία, η μεθοδολογία και το αποτέλεσμα της διαπραγμάτευσης δεν ευνόησαν και δεν ευνοούν τη χώρα ως προς την ικανοποίηση του εθνικού μας συμφέροντος. Σήμερα, εν έτει 2018, ήλθε η Ελλάδα διά της παρούσης κυβερνήσεως να δώσει αίφνης, δηλαδή να αποδώσει «μακεδονική» ιθαγένεια και γλώσσα στο κράτος των Σκοπίων, νομιμοποιώντας μια πολιτική οντότητα, φορέα ονόματος και πολιτιστικής κληρονομιάς, που αντανακλά μόνο στην Ελλάδα και στην ελληνική Μακεδονία. Στις διεθνείς σχέσεις και αυτό θα έπρεπε να το γνωρίζει η ελληνική πολιτική ηγεσία, προεξάρχει έναντι πάντων η ικανοποίηση του εθνικού συμφέροντος και ουδέν πέραν τούτου. Δώσαμε όνομα, ιθαγένεια και γλώσσα, δηλαδή πολιτισμό, Ιστορία, παράδοση, διεθνές κύρος και αξιοπιστία.
Τι κέρδισε λοιπόν η χώρα μας με την παραχώρηση, πιο σωστά την εκχώρηση των ανωτέρω διά του «Βορείου Μακεδονία» στα Σκόπια, όπου όπως όλοι γνωρίζουμε στο πλαίσιο των εξελίξεων και δεδομένων της διεθνούς πολιτικής, κυρίως όμως των συμφερόντων, εκείνο που θα παραμείνει εν τέλει θα είναι το «Μακεδονία», ενώ οι κάτοικοι της χώρας αυτής δεν θα αποκαλούνται «Βορειομακεδόνες», αλλά «Μακεδόνες»; Η Ελλάδα, ούσα σε θέση ισχύος έναντι των βορείων γειτόνων, δεν αποκόμισε στην πορεία διαπραγμάτευσης κάτι ουσιώδες από αυτή την κρίσιμη για τα εθνικά συμφέροντα συμφωνία. Αντιθέτως, κέρδισε χαμόγελα συμπάθειας και συγκατάβασης, που συνοδεύουν συνήθως τη μοίρα εκείνων που χάνουν.
Πρέπει να υπενθυμίσουμε πως η συμπάθεια στις διεθνείς σχέσεις δεν αντανακλά πάντοτε πολιτικές αναγνώρισης και σεβασμού, θαυμασμού ή και εκτίμησης, αλλά πολύ περισσότερο άπτεται της προσέγγισης εκείνης που αφορά στη στάση της καλοπροαίρετης κρατικής οντότητας, που μπορεί να είναι συμπαθής και αρεστή, το σύνολο όμως των κρατών δεν εμπιστεύεται τη συμμαχία μαζί της, γιατί ακριβώς τα κράτη λειτουργούν σε μια σχέση συμφερόντων και ισχύος. Ποτέ δεν είναι η συμπάθεια το βασικό κριτήριο των συμμαχιών. Τελειώνοντας, πρέπει να υπογραμμίσουμε πως αναμφίβολα αυτό που εσυνέβη, έπρεπε να είχε αποφευχθεί.
Η Ελλάδα πρέπει να σκεφθεί πλέον ποιες είναι εκείνες οι κινήσεις που θα κάνει στο μέλλον, όχι για να ακυρώσει τη διεθνή συμφωνία για το όνομα, που δεν ακυρώνεται χωρίς μεγάλο κόστος, αλλά για να αναπτύξει ένα σύνολο πολιτικών οικονομικού, κοινωνικού και πολιτιστικού ενδιαφέροντος, που θα καταστήσουν την παρουσία της χώρας ενεργό και ισχυρή στον χώρο του κράτους αυτού. Αυτή η στρατηγική θα μπορούσε να μετατρέψει την περιοχή σε φιλική, οικονομικοκοινωνικά πρόσφορη και πολιτικά συμμαχική, με στόχο την εν τοις πράγμασι αποδυνάμωση οποιουδήποτε ενδεχομένου μπορεί να εμφιλοχωρεί για την ενεργοποίηση της «μακεδονικής» ιδεολογίας. Η Αθήνα πρέπει να μάθει να σκέφτεται και να σχεδιάζει το μέλλον, τόσο αναφορικά προς τα Σκόπια, όσο και ως προς τον ενεργοποιημένο μείζονα κίνδυνο που υφιστάμεθα εξ Ανατολών, δηλαδή από την Τουρκία.
Χριστόδουλος Κ. Γιαλλουρίδης
Καθηγητής Διεθνούς Πολιτικής,
διευθυντής Κέντρου Ανατολικών Σπουδών
για τον Πολιτισμό και την Επικοινωνία στο
Πάντειο Πανεπιστήμιο




