Διατυπώνεται ένθεν κακείθεν η άποψη πως το κυπριακό πρόβλημα θα μπορούσε να είχε επιλυθεί στη Σύνοδο του Κραν Μοντανά. Αυτό θα σήμαινε πως, πέραν της διζωνικής, δικοινοτικής δομής του κυπριακού κράτους, πολιτικό πλαίσιο παραγωγής εν τοις πράγμασι ακυβερνησίας, η Τουρκία θα διατηρούσε επεμβατικά δικαιώματα που θα επέτειναν και θεσμικά το υφιστάμενο καθεστώς μιας δομικά εμφιλοχωρούσης συγκυριαρχίας.
Κάτι τέτοιο θα μετέβαλλε αφεύκτως την Κύπρο εν είδει προτεκτοράτου σε «φινλανδοποιημένη» ζώνη, όπερ ανήκουστο, όχι μόνο για το διεθνές δίκαιο, αλλά και την ευρωπαϊκή δικαιοταξία, που θα παρέπεμπε στη δυνατότητα άσκησης επεμβατικών δικαιωμάτων από τρίτη χώρα στο έδαφος και την πολιτική δομή της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Στο Κραν Μοντανά το μεγαλύτερο εμπόδιο στην επίλυση του Κυπριακού ήταν η απαίτηση της Τουρκίας για στρατιωτική παρουσία της στη βόρεια περιοχή της Κύπρου. Κάτι τέτοιο, όχι μόνο θα ακύρωνε οποιαδήποτε διαδικασία οικοδόμησης σύγχρονου κράτους, που να άπτεται δικαιωμάτων και ελευθεριών όλων των πολιτών, αλλά θα δημιουργούσε και κλίμα οιονεί ομηρίας της Κυπριακής Δημοκρατίας από την Άγκυρα.
Η Κύπρος δεν μπορεί να επιβιώσει εάν ελέγχεται καθολικά και γεωστρατηγικά από τον τουρκικό παράγοντα. Το θεσμικό αυτό πλαίσιο διεθνούς επεμβατικής παρανομίας δεν θα μπορούσε να αποδεχθεί κανένας Κύπριος ή Ελλαδίτης πολιτικός, γιατί ακριβώς η Κύπρος θα κινδύνευε ως ανωτέρω να τεθεί στον έμμεσο ή άμεσο στρατηγικό έλεγχο της Άγκυρας. Ο πατέρας της διεθνούς πολιτικής, Θουκυδίδης, σημειώνει στις παγκοσμίως αναγνωρισμένες ως δόγμα προτάσεις του, πως η λύση προβλημάτων πολιτικών, εσωτερικών ή διεθνών, προϋποθέτει τη «διαπραγμάτευση ισοδυνάμων», ένα αξίωμα που διατυπώνεται χαρακτηριστικά στον περίφημο διάλογο Αθηναίων - Μηλίων.
Επομένως, είναι αφελής, αν όχι επικίνδυνη η άποψη που επικρατεί σε ορισμένους κύκλους της κυπριακής κοινωνίας και όχι μόνον, πως η κυπριακή ηγεσία μπορεί να συνεννοηθεί με την ηγεσία του ψευδοκράτους, όπως την εκπροσωπεί εν τοις πράγμασι η Τουρκία, για μια δίκαιη και βιώσιμη επίλυση του κυπριακού προβλήματος υπό συνθήκες τουρκικής κατοχής και εποικισμού.
Προσφάτως, Ελληνοκύπριοι και Τουρκοκύπριοι δημοσιογράφοι εκκίνησαν ένα πρόγραμμα εκπόνησης ενός γλωσσικού εγχειριδίου που να αντιμετωπίζει λεκτικές αναφορές και όρους, που ενδεχομένως θίγουν τη μία ή την άλλη πλευρά ως προς τον πολιτισμό, την πολιτική και τα ιστορικά γεγονότα. Το δίκτυο επικοινωνίας που επιχειρείται στην Κυπριακή Δημοκρατία μεταξύ δημοσιογραφικών κύκλων της ελεύθερης και της κατεχόμενης Κύπρου, επιδιώκοντας την εμπέδωση του ευσχήμως αποκαλούμενου «κλίματος εμπιστοσύνης», δεν μπορεί να συμβάλει από μόνο του στην επίλυση του προβλήματος, που να αποκαθιστά τις ελευθερίες και τα δικαιώματα των Κυπρίων στο σύνολό τους. Αντιθέτως, τέτοιες διαδικασίες νομιμοποιούν εν τοις πράγμασι το κατοχικό σχήμα στο πλαίσιο μιας επίπλαστης συνεννόησης, που θα αποτυπώνει εν είδει συμφωνιών τις επί του εδάφους κατοχικές συνθήκες. Το κλίμα που παράγεται ως πλαίσιο εμπιστοσύνης εν μέσω κατοχικής πραγματικότητας δεν οδηγεί στην άρση της κατοχής, αλλά στην εμπέδωση και στη νομιμοποίησή της. Διερωτάται κανείς πώς θα αναφέρονται στο πλαίσιο του γλωσσαρίου, για παράδειγμα, οι λέξεις κατοχή, εισβολή και εποικισμός, έννοιες που αφορούν άμεσα και με σαφήνεια στην ιστορική πραγματικότητα.
Αντίστοιχο πλαίσιο επικοινωνίας για άρση προκαταλήψεων και εχθρικών παραστάσεων μεταξύ αντιμαχομένων δημιουργήθηκε μεταξύ Γαλλίας και Γερμανίας μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, αφού προηγουμένως τιμωρήθηκε η Γερμανία για τη γενοκτόνο πολιτική του Τρίτου Ράιχ και η χώρα απέκτησε δημοκρατικό πολίτευμα. Η ειδοποιός διαφορά των δύο περιπτώσεων συνίσταται στο γεγονός ότι η αναγκαιότητα του διαλόγου προϋποθέτει την άρση της κατοχής. Αυτό που έχει σημασία δεν είναι η συμφωνία για λύση του προβλήματος άρον-άρον, χωρίς προϋποθέσεις και χωρίς όρους διαπραγμάτευσης, αλλά επείγει η εκπόνηση σχεδίου, που να αφορά στους τακτικούς χειρισμούς εκείνους στο πλαίσιο της Κύπρου και διεθνώς, που θα οδηγούσαν στην επίλυση του Κυπριακού ως διεκδίκηση δικαιωμάτων και ελευθεριών για το σύνολο του λαού, εμπέδωση του κράτους δικαίου και εφαρμογή της δημοκρατικής αρχής. Το τελευταίο θα σήμαινε την αρχή του ένας άνθρωπος - μία ψήφος.
Η άποψη επίσης πως διεθνείς οργανισμοί, όπως ο ΟΑΣΕ, στον οποίο είχα την ευκαιρία να συμμετάσχω ως εκπρόσωπος της Κυπριακής Δημοκρατίας, μπορεί να λύσουν το Κυπριακό ή οποιοδήποτε άλλο διεθνές πρόβλημα, είναι εξωπραγματική. Παράδειγμα είναι τα ψηφίσματα που παρήγε ο ΟΗΕ για την Κύπρο, την Παλαιστίνη και άλλα διεθνή προβλήματα, τα οποία εν τέλει δεν εφαρμόστηκαν. Οι συνθήκες στη διεθνή πολιτική δεν αποτυπώνουν τάξη δικαίου ή και διεθνούς δικαιοσύνης, αλλά πολύ περισσότερο τον σκληρό ανταγωνισμό συμφερόντων και προβολής ισχύος που υφίσταται μεταξύ των κρατών. Διεθνείς οργανισμοί, όπως ο ΟΗΕ, η ΕΕ και ο ΟΑΣΕ, δεν παράγουν πολιτική επιβολής του διεθνούς νόμου, αλλά στην καλύτερη περίπτωση διακηρύττουν τα αυτονόητα για το διεθνές δίκαιο και τη διεθνή δικαιοταξία. Αν εφαρμοζόταν το διεθνές δίκαιο και οι αποφάσεις των διεθνών οργανισμών, το κυπριακό πρόβλημα θα είχε επιλυθεί προ πολλού.
Οι ασκούντες πολιτική, εάν δεν γνωρίζουν αυτήν την κλασική διάκριση πλέον μεταξύ διεθνούς δικαίου και διεθνούς πολιτικής, ασκούν πολιτικές επικίνδυνες για τη χώρα τους. Θα μπορούσε εν τέλει να αποτελεί μια εθνικά θανάσιμη επιλογή η εν είδει μονοδρόμου στήριξη αποκλειστικά στο διεθνές δίκαιο, χωρίς να διασφαλίζεται η μεθοδολογία και η εφαρμογή του στο πλαίσιο των κανόνων της διεθνούς πολιτικής. Το τελευταίο σημαίνει συνάντηση συμφερόντων με δυνάμεις και κρατικές οντότητες, τις οποίες επιλέγει η χώρα για την ανάπτυξη συμμαχικών δράσεων κοινής προσέγγισης συγκεκριμένων προβλημάτων απέναντι σε δεδομένες αντιθέσεις.
Τονίζουμε εν προκειμένω πως όλες οι κινήσεις της Κύπρου και του Ελληνισμού, που αναπτύσσονται σε τακτικό επίπεδο σύμπηξης συμμαχιών κοινής άμυνας και πολιτικής δράσης, οφείλουν να αποσκοπούν στην εμπέδωση της ύπαρξης και της κυριαρχίας της Κυπριακής Δημοκρατίας, όσο και στην αποσόβηση οποιασδήποτε λύσεως που θα καταργούσε το κράτος, διατηρώντας ανοικτή την επιλογή του μέλλοντος για διεκδίκηση λύσης αποκατάστασης δικαιωμάτων και ελευθεριών καθ’ άπασα την κυπριακή επικράτεια.
Χριστόδουλος Κ. Γιαλλουρίδης
Καθηγητής Διεθνούς Πολιτικής
Διευθυντής Κέντρου Ανατολικών Σπουδών
Για τον Πολιτισμό και την Επικοινωνία,
Πάντειο Πανεπιστήμιο




