Η 15η Ιουλίου 2016 απετέλεσε την αφετηρία, την έναρξη ενός καινούργιου δρομολογίου ζωής, πολιτικής διαδρομής και εν γένει πορείας του Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν στον αγώνα για διεκδίκηση, δηλαδή κατάκτηση της εξουσίας ως ενός πολιτικού σταδίου, που οδηγεί στην κορύφωση μιας απόλυτης και οιονεί σταθερά εδραιούμενης ενεργού παρουσίας του στην τουρκική ηγεσία. Αυτό σήμαινε την έκτοτε διαρκώς και αδιαλείπτως, εντόνως και δυναμικώς, διεκδικητική, εξουσιαστική προσήλωσή του στην αντίληψή της του ενός και μόνου απόλυτου άρχοντος, επιβαλλομένου ως ανωτέρω με παν θεμιτό και αθέμιτο μέσο.

Ως εκ τούτου, ο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν σχεδίασε και εκτέλεσε σειρά δραστικών ενεργειών αποφασιστικής ενδυνάμωσης της απολυταρχικής εξουσίας του. Σε αυτήν την πολιτική δράση του περιλαμβάνονται μεγάλος αριθμός δυναμικών εκκαθαρίσεων στο στράτευμα, στην πολεμική αεροπορία και σε όλους τους χώρους των ενόπλων δυνάμεων και των σωμάτων ασφαλείας.

Ταυτόχρονα, φρόντισε τη συγκρότηση ενός προσωποπαγούς έως και προσωπικού στρατού εμπίστων, πράγμα που ανταποκρίνεται στη νοοτροπία όλων των απολυταρχικών ηγετών, που εκδηλώνουν αυτήν την πολιτική σε μια έλλειψη εμπιστοσύνης στο πολιτικό περιβάλλον, στους συνεργάτες τους και στην κοινωνία εν γένει. Ο προσωπικός στρατός συγκροτήθηκε ως ένα σώμα προσομοιάζον προς την πραιτοριανή φρουρά της ρωμαϊκής εποχής, ενώ αυτό το πλαίσιο καταδεικνύει την αντίληψη ανασφάλειας στον συνολικό χώρο εξουσίας που ασκεί ο Τούρκος πρόεδρος, αισθανόμενος την ύπαρξη εσωτερικού κινδύνου, εξ ου και η απόφαση δόμησης ενός ασφαλούς «αεροστεγώς» προστατευόμενου χώρου.

Κατόπιν τούτων κινείται προς τη Μόσχα με στόχο τη διασφάλιση του ανατολικού του μετώπου, πράγμα που πετυχαίνει, προχωρεί προς Νότο εγκαθιστάμενος στο Αφρίν με την ανοχή σε τακτικό επίπεδο Αμερικανών και Ρώσων, ενώ παραμένει το δυτικό μέτωπο προς την Ελλάδα ανοικτό, έναντι του οποίου προβάλλει διαρκώς αξιώσεις. Το ζήτημα που τίθεται όμως στην Τουρκία δεδομένης της ερντογανικής κυριαρχίας είναι ένα ερώτημα που παραμένει αναπάντητο και προβάλλει κατά τρόπο εξαιρετικά εμφανή. Και μετά τον Ερντογάν τι; Δηλαδή ποιος; Αφού, όπως συμβαίνει συνήθως σε περιπτώσεις αντιστοίχων ηγετών, η διαδοχή, αν όχι ανύπαρκτη, εμφανίζεται ως εξαιρετικά δυσχερής η πραγμάτωσή της.

Ποιο θα είναι το μεταερντογάν πολιτικό σενάριο στην Τουρκία; Τέτοιους ηγέτες τους διατρέχει ένα σύνδρομο αθανασίας, που δεν τους αφήνει περιθώρια να σκεφτούν τη διαδοχή τους ή την επόμενη ημέρα. Θα τον διαδεχθούν Κεμαλικοί; Τι θα συμβεί ακόμη σε περίπτωση ανατροπής του, πράγμα δύσκολο, γιατί έχει φροντίσει να αποκεφαλίσει όλες εκείνες τις δυνάμεις που θα μπορούσαν να κινηθούν προς αυτήν την κατεύθυνση;

Η Τουρκία είναι χώρος ούτως ή άλλως πολιτικά ομιχλώδης, ιδιαιτέρως όμως σήμερα, όπου στην πολιτική σκακιέρα οι παίκτες που είναι ορατοί είναι ελάχιστοι. Αυτό σημαίνει πως ή θα οδηγηθεί η χώρα σε μια μακροημέρευση ερντογανική με εμφανές το ενδεχόμενο της οικοδόμησης ενός νεοσουλτανικού εξουσιαστικού φαινομένου ή θα πρέπει κανείς να περιμένει το απρόβλεπτο στην πολιτική, που για τα τουρκικά δεδομένα είναι άκρως προβλέψιμο.

Στο πλαίσιο του ανωτέρω σκεπτικού μπορεί κανείς να υπογραμμίσει πως οι τουρκικές εκλογές, σύμφωνα με όλες τις εκτιμήσεις, οδηγούνται σε μία λιγότερο ή περισσότερο δύσκολη νίκη του Ερντογάν. Αυτό σημαίνει πως πιθανή επικράτησή του θα οδηγήσει την Τουρκία σε μία νέα περίοδο πολιτικής διακυβέρνησης, η οποία κατά την εκτίμησή μας θα χαρακτηριστεί «Ερντογανισμός» κατά το προηγούμενο του Κεμαλισμού. Ο ίδιος στοχεύει ούτως ή άλλως στην υπέρβαση του Κεμαλισμού και στην εδραίωση ενός νέου τύπου προσωποπαγούς δόμησης της εξουσίας, που να έχει τα χαρακτηριστικά του πολιτικού του προσώπου και που να εισάγει την Τουρκία σε μια νέα εποχή αναγέννησης του οθωμανικού φαινομένου στη μορφή και στο πλαίσιο της σύγχρονης τουρκικής κυριαρχίας.

Εφόσον η Τουρκία ενισχυθεί στον ρόλο του περιφερειακού ηγεμόνα έτι περαιτέρω, που να επηρεάζει αφεύκτως τις εξελίξεις στην περιοχή, η Κύπρος θα κινδυνεύσει να μετατραπεί σε ένα δορυφόρο της Άγκυρας και η Ελλάδα σε φινλανδοποιημένη ζώνη. Αυτό σημαίνει πως οι δύο χώρες οφείλουν το ταχύτερο δυνατό να εκπονήσουν στρατηγική ενδυνάμωσης της αποτρεπτικής τους ισχύος, αποκαθιστώντας συμμαχίες αμυντικές εν προκειμένω με ισχυρές περιφερειακές δυνάμεις, οι οποίες θα επιτρέψουν στα δύο κράτη του Ελληνισμού να προβάλουν αμυντική αποτροπή έναντι παντός σχεδιαζομένου πλαισίου που να οδηγούσε στην προτεκτοροποίησή τους. Το σχέδιο οφείλει να τεθεί ως πρόταση πολιτικής που να διαδραματίζει ρόλο υπεράνω κομμάτων, κυβερνήσεων και πολιτικών παρατάξεων.

Όποιος και να εκλεγεί, η πολιτική της Τουρκίας σε ό,τι αφορά τις ηγεμονικές βλέψεις της στην περιοχή, δεν πρόκειται να αλλάξει. Τα πρόσωπα των ηγετών μεταβάλλουν απλώς τους τόνους, όχι τις πολιτικές στην Άγκυρα. Αυτό μαρτυρεί πως η στρατηγική της Άγκυρας παραμένει η ίδια, ενώ στο επίπεδο της τακτικής μπορεί να επιλεγεί μια άλλη χρονική στιγμή ή μια άλλη μεθόδευση διατύπωσης της απειλής έναντι Κύπρου και Ελλάδος, χωρίς όμως να αλλάζει η συνολική στόχευση. Είναι γνωστό πως η Τουρκία από τη δεκαετία του 1950 και εντεύθεν διατρέχεται από μία εξαιρετικά εμφανή και δεδηλωμένη σταθερότητα σχεδιασμού ενός εθνικού επεκτατισμού, που υπερβαίνει κυβερνήσεις, καθεστώτα και κόμματα. Επομένως, ενδεχόμενη μεταερντογάν περίοδος θα διαφέρει ίσως ως προς τις μεθόδους και τις τακτικές κινήσεις, αλλά όχι ως προς τις στρατηγικές βλέψεις.

ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΣ Κ. ΓΙΑΛΛΟΥΡΙΔΗΣ
Καθηγητής Διεθνούς Πολιτικής,
Διευθυντής Κέντρου Ανατολικών Σπουδών
Για τον Πολιτισμό και την Επικοινωνία,
Πάντειο Πανεπιστήμιο