Η Βουλή, κατά πλειοψηφίαν, ψήφισε πριν από λίγες ημέρες Νόμο ως μιαν ακόμη προσπάθεια να σεβαστεί, ως έχει καθήκον κατά το Σύνταγμα (Άρθρο 35), την επιλογή του εκλογικού σώματος που ψήφισε προ διετίας για ανάδειξη 56 βουλευτών. Εκλογή που οδήγησε νόμιμα στην κατανομή των εδρών με βάση τα ποσοστά εκάστου κόμματος. Η δήλωση της κας Θεοχάρους ότι θα παραμείνει ευρωβουλευτής, στο χρονικό σημείο που έγινε, δεν καλύπτετο από συγκεκριμένη νομοθετική πρόνοια. Υπάρχει νομοθετικό κενό και προφανώς το πρόβλημα απαιτεί επίλυση ως πολιτικό ζήτημα γιατί υπάρχει εκπεφρασμένη βούληση του εκλογικού σώματος. Οι δε έδρες 56, με βάση τα ποσοστά που έλαβαν τα Κόμματα στις τότε εκλογές, κατανεμήθηκαν κατά την πρώτη και τις επακόλουθες διαδικασίες κατανομής ως ο εκλογικός Νόμος προβλέπει.
Η άποψη της μειοψηφίας στη σχετική ψηφοφορία, που έγινε στη Βουλή για νέα τροποποίηση της νομοθεσίας, αποτελεί μορφή και δράση, που δεν αφορά τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, ο οποίος πρέπει, σε ένα τέτοιας μορφής θεσμικό ζήτημα, να ενεργήσει υπεράνω κομμάτων ως ο Πρόεδρος όλων των πολιτών του Κράτους. Συνεπώς, οφείλει σεβασμό προς τη θέληση των εκλογέων και βέβαια προστασία του δημοσίου συμφέροντος που, πέρα από το δημοκρατικό δικαίωμα του εκλέγειν, απαιτεί να υπάρχει Βουλή με 56 βουλευτές σύμφωνα με ό,τι η λαϊκή κυριαρχία επέλεξε στις εκλογές του 2016. Δεν τον αφορούν οι όποιες εντός της Βουλής αντιπαραθέσεις ή διαφωνίες περί το πρόβλημα. Ούτε πρέπει να τον επηρεάσει το γεγονός ότι, είναι το κόμμα του που βρίσκεται στη μειοψηφία.
Ως καθαρά πολιτικό ζήτημα, θα μπορούσε να είχε επιλυθεί από τη Βουλή αντί με τη νέα Νομοθεσία, με δική της Απόφαση, ως το Σύνταγμα προβλέπει και διά της οποίας να ερμηνεύσει αυθεντικά και κατά τρόπο ανάλογο με την υπάρχουσα νομοθετική πρόνοια ότι, θέμα διαδοχής πριν από τη διαβεβαίωση ενός ανακηρυχθέντος βουλευτή από τον Έφορο Εκλογής, γίνεται κατά τον ίδιο τρόπο ως προβλέπεται για την παραίτηση βουλευτή που έδωσε τη διαβεβαίωση. Μια τέτοια απόφαση της Βουλής, απόλυτα σύμφωνη με την απλή λογική, μπορεί βέβαια να μην τύχει της αποδοχής του Προέδρου, ο οποίος έχει δικαίωμα κατά το Σύνταγμα να την αμφισβητήσει.
Όμως μια τέτοια αντίδραση του Προέδρου θα ήταν πολιτικά αδικαιολόγητη, αφού θα διατηρούσε άλυτο το πρόβλημα και τις θεσμικές εξ αυτού συνέπειες. Άλλωστε αυτή είναι η λύση που εφάρμοσε, όταν προέκυψε η δήλωση της κας Θεοχάρους, ο Έφορος Εκλογής ως αναλογική αρχή δικαίου, αλλά κρίθηκε δικαστικά (πρώτη απόφαση της Ολομέλειας) ότι δεν είχε το συγκεκριμένο όργανο τέτοια εξουσία. Όμως, την αρχή αυτή της αναλογικότητας, έχει και μπορεί να την εφαρμόσει για τα ζητήματα που αφορούν στα του οίκου της, η ίδια η Βουλή.
Προσωπικά αυτήν τη λύση την θεώρησα και την εισηγήθηκα, ως την πλέον ορθή πολιτική τομή προς επιβεβαίωση της υποχρέωσης υποταγής των θεσμικών οργάνων στην επιλογή που κατέληξε ο κυρίαρχος λαός στις τότε εκλογές, αλλά και ως αρμοδιότητα της ίδιας της Βουλής. Η Βουλή όμως επέλεξε τη νέα νομοθετική ρύθμιση για μια ακόμη φορά. Αυτή η επιλογή προσδιόρισε σε περιορισμένη έκταση την άσκηση της εξουσίας της, όμως επιβεβαίωσε τον σεβασμό που οφείλει να ασκηθεί και με καταγεγραμμένο αδιαμφισβήτητα, το εκλογικό αποτέλεσμα. Μένει λοιπόν στον ίδιο τον Πρόεδρο να συντελέσει στον τερματισμό της αχρείαστης αυτής θεσμικής πληγής.
Άλλωστε τα διάφορα όργανα του κράτους και πρωτίστως η Εκτελεστική, Νομοθετική και Δικαστική εξουσία, υπάρχουν για να υπηρετούν τη Δημοκρατία αλλά και τον κυρίαρχο λαό. Όσα λάθη και εάν έγιναν, ώστε να υπάρχει ακόμη το πρόβλημα, ας επιλυθούν επιτέλους, προς αναγνώριση της δυνατότητας του λαού (που έχει τουλάχιστο ανά πενταετία), να εκλέγει βουλευτές. Συνεπώς, ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας έχει το καθήκον να επιβεβαιώσει την υπεροχή της λαϊκής ετυμηγορίας του 2016 για την κομματική κατανομή των 56 βουλευτικών εδρών ως κρίθηκε έκτοτε.
ΑΝΔΡΕΑΣ Σ. ΑΓΓΕΛΙΔΗΣ
Δικηγόρος




