Είναι δυνατόν να υπάρχουν σοβαροί πολιτικοί, πιθανόν και με νομικές γνώσεις, που να υποστηρίζουν με σοβαρότητα, ή έστω με σοβαροφάνεια, ότι ο νόμος που θα καθορίζει με ποιον τρόπο θα πληρούται μια κενωθείσα βουλευτική έδρα, πρέπει να περιλαμβάνει όλες τις περιπτώσεις, εννοώντας και θεωρώντας ως κενές και τις έδρες βουλευτών, που δηλώνουν ότι αποχωρούν από το κόμμα τους και καθίστανται ανεξάρτητοι ή προσχωρούν σε άλλο κόμμα;

Δεν κατανοούν ότι, αν ο νόμος περιλάβει πρόνοια, που να καθορίζει ότι η έδρα βουλευτή, που δηλώνει ότι αποχωρεί από το κόμμα του, είναι κενή, θα είναι όχι μόνο αντισυνταγματική, αλλά κυρίως δικτατορική. Έχει δηλαδή η Βουλή το συνταγματικό ή άλλο δικαίωμα να παύει βουλευτές που έχουν εκλεγεί νόμιμα, ώστε η έδρα τους να θεωρείται κενή και να πληρούται σύμφωνα με τον νόμο;

Το θέμα είναι, κατά τη γνώμη μου, απλό. Με το σύστημα της απλής αναλογικής και την κατανομή των εδρών, οι έδρες κατακυρώνονται στα κόμματα, όμως ανήκουν σε υποψηφίους των κομμάτων ή ανεξάρτητους, αλλά μετρούν και για το κόμμα με το οποίον εξελέγησαν. Μια έδρα κενούται μόνο στις περιπτώσεις που ορίζει το σύνταγμα. Και για να γίνει αυτό που ζητούν κάποια κόμματα, πρέπει να γίνει τροποποίηση του συντάγματος και όχι τροποποίηση του εκλογικού νόμου.

Και δεν νομίζω ότι μπορεί κάποιος να ισχυριστεί ότι μπορεί με τροποποίηση του συντάγματος να δίνεται δικαίωμα στο κόμμα που το εγκαταλείπει βουλευτής του, να παίρνει απόφαση για παύση του βουλευτή, ώστε η έδρα να θεωρείται κενή. Και φυσικά ούτε η ολομέλεια της Βουλής μπορεί να έχει το δικαίωμα να αποφασίζει την παύση βουλευτή, αν το κόμμα του την πείσει ότι ο βουλευτής δεν ανήκει πια στο κόμμα.

Αλλά, ας θεωρήσουμε, χάριν συζήτησης, ότι όλα τούτα είναι και νομικά ορθά και συνταγματικά, ότι δηλαδή η έδρα θα κενώνεται, μόλις ο βουλευτής δηλώσει ότι ανεξαρτητοποιείται ή προσχωρεί σε άλλο κόμμα. Τι θα γίνεται σε τέτοια περίπτωση; Ο βουλευτής θα μπορεί, νόμιμα και συνταγματικά (όπως είναι και το ορθό), να ενεργεί και να ψηφίζει όπως ο ίδιος επιθυμεί, φτάνει να μη δηλώνει ανεξαρτητοποίηση ή προσχώρηση σε άλλο κόμμα. Τότε κανείς δεν μπορεί να του επιβάλει καμιά κύρωση. Εκτός αν η τροποποίηση του συντάγματος και η εκλογική νομοθεσία ορίζουν ότι για την ψήφο του βουλευτή αποφασίζει το κόμμα και ότι οι θέσεις που υποστηρίζει και η ψήφος του πρέπει να εγκρίνονται εκ των προτέρων από την ηγεσία του κόμματος. Το σύνταγμα και ο νόμος δηλαδή πρέπει να ορίζουν ότι οι αποφάσεις, οι θέσεις, οι απόψεις και οι ψήφοι μιας κοινοβουλευτικής ομάδας πρέπει να εκφράζονται μονολιθικά, χωρίς διαφοροποιήσεις. Αλλά αυτό δεν συμβαίνει, ούτε στα πιο στυγνά, δικτατορικά καθεστώτα.

Αν δεχτούμε ότι ο κάθε βουλευτής έχει το δικαίωμα της ελεύθερης άποψης, της διατύπωσής της και μπορεί ελεύθερα να διαθέτει την ψήφο του, τότε πώς θα μπορεί το κόμμα να κηρύσσει την έδρα του κενή, όταν ο ίδιος δεν δηλώνει ότι ανεξαρτητοποιείται ή προσχωρεί σε άλλο κόμμα;

Το ζήτημα είναι φυσικά και θέμα ήθους και πολιτικής ηθικής. Και η ηθική δεοντολογία υποβάλλει ότι, όταν κάποιος διαφωνεί με τις αρχές, τις αξίες και τους σκοπούς του κόμματός του, να παραιτείται και να παραδίδει την έδρα στο κόμμα με το οποίο εξελέγη. Αλλά τι λέει η ηθική και πολιτική δεοντολογία, όταν ο ίδιος πιστεύει και διακηρύσσει ότι η ηγεσία του κόμματός του ενεργεί αντίθετα προς τις αρχές και τις αξίες του κόμματος, με βάση τις οποίες οι ψηφοφόροι έδωσαν την ψήφο και τους σταυρούς προτίμησής τους; Ποιο δικαστήριο και ποια Αρχή θα αποφασίσει ποιος έχει δίκαιο;

Η ηγεσία του κόμματος και οι διαφωνούντες βουλευτές, που αποχωρούν από το κόμμα με το οποίο εξελέγησαν, θα ισχυρίζονται ότι εκπροσωπούν τις αρχές και αξίες του κόμματος. Ποια Αρχή ή δικαστήριο θα αποφασίσει; Μόνον οι ψηφοφόροι μπορούν να αποφασίσουν και μόνο στις επόμενες εκλογές.

Ας αφήσουμε λοιπόν το σύνταγμα να ορίζει πότε κενώνεται μια βουλευτική έδρα, για να αρχίζει η διαδικασία πλήρωσής της σύμφωνα με το πνεύμα και το γράμμα του νόμου και ας αναμένουμε την επόμενη εκλογική διαδικασία, ώστε να αποφασίσει ο κυρίαρχος λαός. Κάθε άλλη προσπάθεια θα ανοίξει τους ασκούς του Αιόλου και θα δημιουργήσει καινούριες πύλες υποκρισίας, που θα δίνουν την ευκαιρία στους πολιτικούς να υποκρίνονται, όπως το συνηθίζουν τόσο πολύ.

Κανένας θεσμός δεν μπορεί να αποφασίζει την παύση εκλεγμένου αξιωματούχου. Η Βουλή πρέπει να κατοχυρώνει το ελεύθερο φρόνημα των βουλευτών και όχι να θεσμοθετεί τη σκοπιμότητα της υποκρισίας στη συμπεριφορά τους.