Το Εκλογοδικείο, με την απόφασή του της 30/4/2018, αποφάσισε ότι οποιοσδήποτε σχετικός Νόμος έχει αναδρομική ισχύ είναι αντισυνταγματικός, και ότι η μη διαβεβαίωση από την κα Θεοχάρους δεν σχετίζεται με το πρόσωπό της (αν ήταν έτσι η έδρα θα εδίδετο στον επόμενο σε σταυρούς προτίμησης στο κόμμα της), αλλά σχετίζεται με το κόμμα της με αποτέλεσμα η έδρα να μην κατακυρωθεί στην Αλληλεγγύη.
Αυτή είναι η απόφαση της πλειοψηφίας του Ανωτάτου Δικαστηρίου και είναι δεσμευτική για όλους, συμπεριλαμβανομένης και της Βουλής των Αντιπροσώπων.
Τα ανωτέρω είναι αντίθετα με μέρος του αιτιολογικού που συνοδεύει την πρόταση Νόμου, το οποίο αντιστρατεύεται τη δεσμευτική απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου και δεν μπορεί η Βουλή των Αντιπροσώπων να ψηφίσει Νόμο, ο οποίος, εν γνώσει της καταστρατηγεί δεσμευτική απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Δημιουργεί ένα πάρα πάρα πολύ επικίνδυνο προηγούμενο και συνιστά συνταγματική εκτροπή.
Αντίθετα, άλλο μέρος του αιτιολογικού που συνοδεύει την πρόταση Νόμου είναι απόλυτα σωστό διότι παραπέμπει στον ουσιώδη χρόνο και επομένως υποδεικνύει και τη σωστή λύση, που είναι να προχωρήσει ο Έφορος Εκλογής με το δοσμένο από τον λαό και υφιστάμενο αποτέλεσμα των Βουλευτικών Εκλογών της 22/5/2016 και να κατακυρώσει την έδρα στο κόμμα με τους περισσότερους σταυρούς μετά την Αλληλεγγύη.
Μέσα στο αιτιολογικό που συνοδεύει την πρόταση Νόμου προνοείται επίσης και για υποχρέωση της Βουλής των Αντιπροσώπων να νομοθετήσει. Δεν μπορεί, όμως, να ρυθμίζει ζητήματα με Νόμο που είναι εξόφθαλμα αντισυνταγματικός με βάση την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου αναφορικά με την αναδρομικότητα Νόμου. Είναι σχετική εξάλλου και η γνωμάτευση του Γενικού Εισαγγελέα. Επιπρόσθετα, η Βουλή των Αντιπροσώπων δεν νομοθετεί όταν το ζήτημα ρυθμίζεται από το Σύνταγμα. Και εδώ η απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου, ο Εκλογικός Νόμος (η απλή αναλογική που κατακυρώνει τις έδρες στα κόμματα και όχι στα πρόσωπα) δίδουν τη λύση με βάση το υφιστάμενο Σύνταγμα. Κατ' επέκτασιν δεν χρειάζεται ούτε η τροποποίηση του Συντάγματος όπως γνωμάτευσε ο Γενικός Εισαγγελέας.
Συμπερασματικά, ο προτεινόμενος Νόμος προσκρούει:
- Στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου που είναι δεσμευτική.
- Παραβιάζει τη συνταγματική αρχή μη αναδρομικότητας Νόμου, και
- Παραγνωρίζει ότι δεν υφίσταται κενό, αφού η απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου σε συνδυασμό με τον υφιστάμενο Νόμο και το υφιστάμενο αποτέλεσμα (η βούληση του λαού κατά τον ουσιώδη χρόνο) δίδουν τη λύση, άρα δεν ενεργοποιείται νόμιμα η εξουσία της Βουλής των Αντιπροσώπων να ψηφίσει Νόμο με βάση το άρθρο 61 του Συντάγματος, όπως επικαλείται το αιτιολογικό της πρότασης Νόμου.
ΧΡΙΣΤΟΣ Μ. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΙΔΗΣ
Δικηγόρος




