Αποτελεί αξίωμα της πολιτικής και της πολιτειολογίας ότι ο χρόνος, ως παράγοντας χειρισμού προβλημάτων, είναι καίριας σημασίας. Αν την κατάλληλη στιγμή δεν γίνουν οι αναγκαίοι χειρισμοί, αν χαθεί η συγκυρία ή η σύμπτωση ευνοϊκών παραγόντων, τότε οι χειρισμοί γίνονται πιο δύσκολοι και το αποτέλεσμα αβέβαιο. Έχω τη γνώμη ότι αυτό συμβαίνει με το Κυπριακό. Τώρα που η πολιτική της επιδίωξης λύσης Διζωνικής, Δικοινοτικής Ομοσπονδίας έπαψε να ακούγεται από τα χείλη ή την γραφίδα αυτών που έχουν την ευθύνη των χειρισμών, τώρα που η αντιπαράθεση μεταξύ των παραδοσιακών αρνητών της Ομοσπονδίας του ενδιάμεσου χώρου και της Κυβέρνησης έπαψε να υπάρχει, δημιουργείται εύλογα η υποψία, σε ντόπιους και ξένους, ότι κάτι αλλάζει στην πολιτική μας.

Ιδιαίτερα όταν, τον τελευταίο καιρό, πολλές διαρροές προβάλλουν τον ισχυρισμό για προσανατολισμό σε λύση δύο κρατών, χωρίς να διαψεύδονται. Ούτε κι όταν προέρχονται από ηγετικά στελέχη του κυβερνώντος κόμματος, που δηλώνουν αδυναμία να συντονιστούν με θεωρίες «βελούδινων διαζυγίων», τις οποίες θεωρούν καταστροφικές.

Τώρα, πια, κόπασαν οι επικρίσεις του ενδιάμεσου χώρου προς τον Πρόεδρο Αναστασιάδη. Όταν ερωτώνται απαντούν αφοπλιστικά, πως η κριτική δεν είναι αυτοσκοπός και πως, αφού ο Αναστασιάδης κινήθηκε προς τις θέσεις μας, και η δική μας ρητορική έχει προσαρμοστεί αναλόγως. Αποτέλεσμα των πιο πάνω, το Κυπριακό να συνεχίζει τη μακρά του στασιμότητα, που αισίως έχει συμπληρώσει 11 μήνες από την κατάρρευση των συνομιλιών στο Κραν Μοντανά. Το πιο ανησυχητικό είναι ότι από παντού παρουσιάζεται πλήρης αδιαφορία για τερματισμό αυτής της πολύ επικίνδυνης κατάστασης. Είναι φανερόν ότι η περίοδος περισυλλογής έχει παρέλθει από πολλού.

Ο Γ.Γ. του ΟΗΕ ακόμα περιμένει την υλοποίηση των προϋποθέσεων που έθεσε και στις δύο πλευρές. Φαίνεται ότι θα περιμένει για πολύ την υλοποίηση αυτών των προϋποθέσεων. Η Ε.Ε., μετά την υποτονική, έως ψυχρή αντίδρασή της στις απαράδεκτες τουρκικές προκλήσεις στο Τεμάχιο 3 της κυπριακής ΑΟΖ, δίνει την εντύπωση πως κύρια έγνοια της είναι, αφενός η διατήρηση των διαύλων επικοινωνίας με την Τουρκία και, αφετέρου, η στροφή σε άλλα, σοβαρότερα, για τους ίδιους, διεθνή προβλήματα.

Ο μόνος που φέρεται να επιμένει σε λύση Διζωνικής, Δικοινοτικής Ομοσπονδίας, είναι ο Μουσταφά Ακιντζί. Και, τούτο, παρά την αντίθετη άποψη της Τουρκίας. Ο κ. Τσαβούσογλου, στην τελευταία, πριν από έναν, περίπου, μήνα, επίσκεψή του στις κατεχόμενες περιοχές, ήγειρε το θέμα λύσης δύο κρατών, για να συναντήσει την αντίδραση του Τουρκοκύπριου ηγέτη, ο οποίος δήλωσε την εμμονή του σε ομοσπονδιακή λύση. Αν, δε, αληθεύουν οι πληροφορίες ότι η αντίδραση Τσαβούσογλου ήταν: «Καλά, επιμένεις, έστω κι αν η πρόταση για δύο κράτη έλθει από την άλλη πλευρά;», τότε οι διαρροές για δύο κράτη που σημειώνονται στην ε/κ πλευρά αποκτούν νέα διάσταση και καθίστανται εξόχως ανησυχητικές.

Να σημειώσουμε, ακόμα, την πρόταση Ακιντζί, για αποδοχή του Περιγράμματος Γκουτέρες, ως Πλαισίου Στρατηγικής Συμφωνίας, για συνέχιση των συνομιλιών μέχρι την επίτευξη λύσης. Δηλαδή, αυτά που ο Νίκος Αναστασιάδης διαλαλούσε, σε Κύπρο και εκτός, με κάθε ευκαιρία. Όταν, λοιπόν, αυτά που έλεγε, του τα πρότεινε ο Ακιντζί, και με δεδομένους τους τεράστιους κινδύνους που δημιουργεί η στασιμότητα, αντί να αδράξει την ευκαιρία, αξιοποιώντας τα όσα σημαντικά ο Γ.Γ. του ΟΗΕ είχε θέσει στο τραπέζι, ιδιαίτερα σε σχέση με τις εγγυήσεις, την κατάργηση του δικαιώματος μονομερούς επέμβασης της Τουρκίας, την πλήρη αποχώρηση του κατοχικού στρατού και συζήτηση για την ημερομηνία αποχώρησης της ΤΟΥΡΔΥΚ (650 στρατιώτες) και την επιστροφή της Μόρφου, αντέδρασε με αμηχανία και αρνητισμό, πολύ φοβούμαι ότι οδήγησε την πρωτοβουλία σε ενταφιασμό.

Άμεσο ξεκαθάρισμα

Επιβάλλεται άμεσο ξεκαθάρισμα αυτού του καταθλιπτικού και αβέβαιου σκηνικού. Και ο μόνος που μπορεί να το ξεκαθαρίσει είναι ο ίδιος ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας. Επιβάλλεται, με σαφήνεια και σταράτα, να τοποθετήσει καθαρά ενώπιον του λαού την πολιτική και τις στοχεύσεις του. Αν εξακολουθεί να πορεύεται για λύση Διζωνικής, Δικοινοτικής Ομοσπονδίας, να το πει ξεκάθαρα, να ανανεώσει και να επικαιροποιήσει την επιχειρηματολογία του γι’ αυτό. Αν, από την άλλη, κάνει δεύτερες σκέψεις, και πάλι να τις μοιραστεί με τον λαό και να επιχειρηματολογήσει γιατί επιβάλλεται αλλαγή πολιτικής. Το χειρότερο ενδεχόμενο θα είναι να αφήσει τα πράγματα όπως είναι, με τον καθένα να νομίζει ό,τι θέλει και με τους στόχους και την πολιτική μας να χαρακτηρίζονται από θολούρα και αβεβαιότητα και, κατά συνέπεια, να μην είναι ούτε πειστικοί, ούτε αποτελεσματικοί.

Ο Νίκος Αναστασιάδης, στη μακρά πολιτική του διαδρομή, δεν άφησε περιθώρια αμφισβήτησης για το τι επιδιώκει και πώς το επιδιώκει. Με ελάχιστες εξαιρέσεις, που κανένας πολιτικός και κανένα κόμμα, δυστυχώς, δεν μπόρεσε να αποφύγει, υπήρξε καθαρός στις θέσεις του και συνάμα αποφασιστικός. Νομίζω ότι αδικεί πρώτιστα τον εαυτό του και, κατά προέκταση, όλους μας, με το να συντηρεί τη σημερινή αβεβαιότητα και σύγχυση και να υιοθετεί μια σκληρή ρητορική, που κινείται προς την αντίθετη κατεύθυνση της λύσης του Κυπριακού. Ο κυπριακός λαός γνώρισε τον Αναστασιάδη στο Κυπριακό, ως κατ’ εξοχήν ρεαλιστή πολιτικό, που ξέρει να θέτει στόχους υλοποιήσιμους και εφικτούς. Τον γνώρισε ως πολιτικό που δεν υποκύπτει στη δημαγωγία και τον λαϊκισμό και που υπερασπίζεται τις απόψεις του με αποφασιστικότητα. Ακόμα κι όταν κατασυκοφαντήθηκε, το 2004.

Πρέπει, λοιπόν, να ξέρουμε πού βαδίζει, πού στοχεύει ο Πρόεδρός μας. Πρέπει, επιτέλους, να μάθουμε, τι συμβαίνει σ’ αυτόν τον τόπο, κάθε φορά που προσεγγίζουμε στην πηγή, και, αντί να πιούμε νερό, τρέχουμε πανικόβλητοι μακριά από τη λύση. Φοβούμαι ότι αυτό έκανε ο Χριστόφιας το 2004, κι αυτό κάνει σήμερα ο Νίκος Αναστασιάδης. Αν είναι κάτι που πρέπει να ξέρουμε, να μας το πουν. Διαφορετικά, να δούμε, ως λαός, πώς αντιμετωπίζουμε την πολιτική δειλία και τις καταστροφικές συνέπειές της. Εγώ προσωπικά δεν έχω απαντήσεις.

Ο Νίκος Αναστασιάδης, τον οποίο έβλεπα και συνομιλούσα μέχρι το Μον Πελεράν, ποτέ δεν μου έδωσε την εντύπωση ότι είχε τέτοιους προβληματισμούς, ούτε μου πέρασε ποτέ από το μυαλό ότι σκόπευε να κινηθεί διαφορετικά.

Τι συμβαίνει, λοιπόν, τώρα; Νομίζω ότι ο λαός δικαιούται να ξέρει.