Παρά το γεγονός ότι εδώ και ένα χρόνο περίπου το κυπριακό πρόβλημα βρίσκεται σε στασιμότητα εν αναμονή των τουρκικών εκλογών και του διορισμού ειδικού εκπροσώπου του Γενικού Γραμματέα, η δημόσια συζήτηση και κριτική προς την Κυβέρνηση, προερχόμενη κυρίως από την αντιπολίτευση, φέρνει στην επιφάνεια ζητήματα για τα οποία διαπιστώνεται ότι υπάρχει σύγχυση ως προς την ερμηνεία και κατανόησή τους, εκ μέρους πολλών εμπλεκομένων, μη εξαιρουμένου σε μερικές περιπτώσεις και του διεθνούς παράγοντα. Τέτοια ζητήματα είναι:

Μηχανισμός διασφάλισης εφαρμογής της λύσης

Διαφαίνεται να υπάρχει σύγχυση ή και ταύτιση του μηχανισμού αυτού με την ύπαρξη μιας ισχυρής ειρηνευτικής δύναμης, η οποία θα επιβλέπει την εφαρμογής της λύσης και θα παρεμβαίνει ακόμα και με στρατιωτικά μέσα στη περίπτωση που κάποιος εκ των συμβαλλομένων δεν τηρήσει τους όρους της συμφωνίας. Στην πραγματικότητα, και πάντοτε σύμφωνα με τους κανόνες του διεθνούς δικαίου, ο μηχανισμός διασφάλισης εφαρμογής της λύσης θα αποτελείται από μια πολιτική επιτροπή προερχόμενη είτε από τον ΟΗΕ είτε από τον Οργανισμό Ασφάλειας και Συνεργασίας στην Ευρώπη (ΟΑΣΕ) είτε από την Ε.Ε., έργον της οποίας θα είναι η επίβλεψη της εφαρμογής των όρων της συμφωνίας που θα υπογραφτεί, όπως η αποχώρηση στρατευμάτων, η επιστροφή εδαφών, τα θέματα περιουσιών, η εφαρμογή ανθρωπίνων δικαιωμάτων κ.λπ., και σε περίπτωση παραβίασης των όρων της συμφωνίας από κάποιον εκ των συμβαλλομένων, η επιτροπή αυτή είτε θα παρεμβαίνει συμβουλευτικά προς τον παραβάτη για διόρθωση, εφόσον το πρόβλημα είναι μικρό, είτε θα συντάσσει έκθεση προς το Συμβούλιο Ασφαλείας, το οποίο είναι το μόνο αρμόδιο να αποφασίζει για τα μέτρα που θα λαμβάνει για συμμόρφωση προς τους όρους της συμφωνίας, μη αποκλειομένης και της χρήσης ένοπλης βίας κάτω από το κεφάλαιο 7 του Καταστατικού Χάρτη του ΟΗΕ.

Ειρηνευτική Δύναμη

Είναι διάχυτη η εντύπωση όχι μόνο στην κοινή γνώμη αλλά και σε μέρος του πολιτικού συστήματος, ότι η ειρηνευτική δύναμη είναι δύναμη ασφάλειας και ότι μια ενδεχόμενη ενίσχυσή της θα παρείχε την απαιτούμενη ασφάλεια στο νησί, ιδιαίτερα στην περίπτωση αποστρατιωτικοποίησης. Αν κάποιος μελετήσει τους όρους εντολής των ειρηνευτικών δυνάμεων, όπως καθορίζονται στο Δόγμα που εξέδωσε το 2008 το Τμήμα Ειρηνευτικών Επιχειρήσεων (DPKO) του ΟΗΕ, θα διαπιστώσει ότι οι ειρηνευτικές αποστολές έχουν ως αποκλειστικό έργο τη διευκόλυνση, με διάφορες δράσεις, των συνομιλιών που διεξάγονται μεταξύ αντιμαχομένων μερών, προκειμένου να καταλήξουν σε συμφωνίες και να δημιουργήσουν συνθήκες μόνιμης ειρήνης. Οι ειρηνευτικές δυνάμεις δεν είναι δυνάμεις ασφάλειας, ούτε εμπλέκονται σε πολεμικές επιχειρήσεις.

Ο οπλισμός που φέρουν είναι ελαφρύς, και είναι μόνο για την ατομική ασφάλεια του προσωπικού. Σε περίπτωση πολεμικών επιχειρήσεων αποχωρούν αρχικά σε ασφαλείς περιοχές της χώρας και στη συνέχεια αποχωρούν και από τη χώρα. Κατά συνέπειαν, ας γίνει επιτέλους κατανοητό ότι με τη λύση του Κυπριακού η ΟΥΝΦΙΚΥΠ θα αποχωρήσει οριστικά γιατί ο σκοπός της παρουσίας της θα έχει επιτευχθεί.

Ασφάλεια μετά τη λύση

Όπως τονίσαμε πιο αναλυτικά σε προηγούμενη αρθρογραφία, τόσο ο καταστατικός χάρτης των ΗΕ (άρθρο 51) όσο και η Σύμβαση της Λισσαβώνας (άρθρο 4) καθορίζουν με πλήρη σαφήνεια ότι η ασφάλεια των κρατών είναι θέμα των ίδιων των κρατών-μελών και κανενός άλλου. Κατά συνέπειαν, καμιά διεθνής συμφωνία δεν μπορεί να περιέχει όρους αναφορικά με ζητήματα ασφάλειας της Κύπρου και κακώς μέχρι σήμερα εντάσσουμε το κεφάλαιο της ασφάλειας στη διεθνή πτυχή του προβλήματος.

Ας ξεκαθαρίσουμε επιτέλους ότι η διεθνής πτυχή αφορά μόνο δύο ζητήματα. Την κατάργηση της συνθήκης εγγυήσεων και την αποχώρηση των κατοχικών στρατευμάτων, ζητήματα που δεν έχουν καμιά σχέση με την ασφάλεια της Κύπρου μετά τη λύση. Διευκρινίζουμε, επίσης, ότι η ισχύουσα συνθήκη συμμαχίας δεν εντάσσεται στη διεθνή πτυχή του Κυπριακού, γιατί αναφέρεται στα ζητήματα ασφάλειας της Κυπριακής Δημοκρατίας και η κατάργηση ή τροποποίησή της θα πρέπει να συζητηθεί μόνο μεταξύ των συμβαλλομένων μερών (Κυπριακή Δημοκρατία, Ελλάδα, Τουρκία).

Το είδος της ασφάλειας που θα έχει η Κύπρος μετά τη λύση (Κυπριακός στρατός, συμμαχίες με άλλες χώρες, ένταξη σε συλλογικό σύστημα ασφάλειας κ.λπ.) είναι ένα ζήτημα που θα πρέπει να αποφασισθεί από το ομόσπονδο κράτος μετά τη λύση του Κυπριακού και οι όποιες αποφάσεις ληφθούν, θα πρέπει να περιληφθούν στο Σύνταγμα, ή σε περίπτωση συμμαχιών με άλλες χώρες ή ένταξης σε συλλογικό σύστημα ασφάλειας, π.χ. ΝΑΤΟ, σε ξεχωριστές συμφωνίες που θα επικυρωθούν από τα νομοθετικά όργανα της χώρας. Κάθε άλλη ρύθμιση, θα είναι αντίθετη με το διεθνές και Ευρωπαϊκό Δίκαιο, θα μπορεί να προσβληθεί σε διεθνή δικαστήρια και τελικά να οδηγήσει σε νέες περιπέτειες.

Αποχώρηση κατοχικών στρατευμάτων

Επί του θέματος της αποχώρησης των κατοχικών στρατευμάτων υπάρχουν τα ψηφίσματα του Συμβουλίου Ασφαλείας που καθορίζουν την άμεση αποχώρησή τους. Συνεπώς εκείνο που μπορεί να συζητηθεί στη διάσκεψη για την Κύπρο είναι η εφαρμογή των ψηφισμάτων και το χρονοδιάγραμμα αποχώρησης. Τυχόν απόφαση για παραμονή μικρού αριθμού Ελλήνων και Τούρκων στρατιωτών στο πλαίσιο των ρυθμίσεων του 1960 (ΕΛΔΥΚ, ΤΟΥΡΔΥΚ) και επειδή το θέμα εμπίπτει στα ζητήματα ασφάλειας του κράτους, θα πρέπει να περιληφθεί σε ξεχωριστή συμφωνία μεταξύ των τριών εμπλεκομένων χωρών (Κύπρος, Ελλάδα, Τουρκία) και αυτό θα συμβεί μετά τη λύση και τη συγκρότηση του νέου κράτους.

Αυτή άλλωστε η ρύθμιση έγινε και με τις συμφωνίες του 1960. Τα ζητήματα ασφάλειας της Κυπριακής Δημοκρατίας περιλήφθηκαν στο Σύνταγμα καθώς και στη συνθήκη συμμαχίας. Και τα δύο αυτά έγγραφα συντάχθηκαν και υπογράφτηκαν μετά την ανακήρυξη της Κυπριακής Δημοκρατίας.

ΑΝΔΡΕΑΣ ΠΕΝΤΑΡΑΣ
Αντιστράτηγος ε.α.