Επιμένω γι’ αυτό και επανέρχομαι, ότι η εκκρεμότητα για ένα τόσο σοβαρό ζήτημα, που αφορά τη συγκρότηση και λειτουργία της Βουλής, μία των τριών ανεξαρτήτων και διακρινόμενων εξουσιών της Κυπριακής Δημοκρατίας, δεν επιβεβαιώνει την έννοια του Κράτους Δικαίου, όπως ούτε και αποτελεί δείγμα σεβασμού της αρχής περί τη Δημοκρατία.

Αδικαιολόγητη η προφανής αδράνεια και η σύγχυση, ειδικά δε όταν το πολιτικό και νομικό αξίωμα συνίσταται στο ότι στη Δημοκρατία δεν υπάρχουν αδιέξοδα. Απλώς απαιτείται χωρίς όμως να υπάρχει η βούληση, η αποφασιστική ανάληψη πολιτικών πρωτοβουλιών που να αφορούν στην επιβεβαίωση του οφειλόμενου σεβασμού προς την λαϊκή κυριαρχία και τον σεβασμό προς το ασκηθέν δικαίωμα του εκλέγειν. Θυμίζω από την απόφαση του 1997 Γεώργιου Μαυρογένη Vs Βουλής Αντιπροσώπων τη σαφέστατη διατύπωση κρίσης ότι:

«Ο Εκλογικός Νόμος της Κύπρου διασφαλίζει την καθολικότητα της ψήφου, με την εξασφάλιση του δικαιώματος της ψήφου σε κάθε πολίτη της Κυπριακής Δημοκρατίας, ο οποίος έχει τα προσόντα τα οποία προβλέπει το Σύνταγμα.

»Ο περιορισμός της επιλογής του εκλογέα μεταξύ κόμματος ή ανεξάρτητου υποψηφίου - σχετίζεται με τις πολιτικές πραγματικότητες, την αποτελεσματικότητα του εκλογικού αποτελέσματος και, τελικά, τον συσχετισμό της επιλογής, η οποία γίνεται, με τις ευρύτερες επιδιώξεις των διεκδικητών της εξουσίας.

»Τα πολιτικά κόμματα αποτελούν έκφραση της άσκησης του ατομικού δικαιώματος του «συνεταιρίζεσθαι» - (βλ. Άρθρο 21.2 του Συντάγματος). Η συνένωση ατόμων σε πολιτικά κόμματα, για την προαγωγή κοινών σκοπών, αποτελεί σημαντική πτυχή της λειτουργίας του δημοκρατικού πολιτεύματος.

»Η διάκριση η οποία γίνεται στην επίδραση της ψήφου του εκλογέα, ανάλογα με την επιψήφιση κόμματος ή ανεξάρτητου υποψηφίου, ανάγεται στις εγγενείς διαφορές μεταξύ πολιτικών κομμάτων και ανεξάρτητου υποψηφίου. Οι διαφορές αυτές, ουσιαστικές ως εκ της φύσεώς τους, παρέχουν τη δυνατότητα στον νομοθέτη για διαφορετικές ρυθμίσεις, στο πλαίσιο της άσκησης της νομοθετικής εξουσίας, για τον καταρτισμό του εκλογικού νόμου.

»Το εκλογικό σύστημα της Κύπρου καθιστά την πολιτική επιλογή κόμματος, τον άξονα του εκλογικού συστήματος. Η επιλογή αυτή δεν εκφεύγει των ορίων της διακριτικής ευχέρειας που παρέχεται στον νομοθέτη. Οι διαφορές μεταξύ κόμματος και ανεξάρτητου υποψηφίου, ως προς την επίδραση της ψήφου, ανάγονται στις διαφορές μεταξύ της ένωσης προσώπων για την προαγωγή κοινών στόχων και ανεξάρτητου υποψηφίου. Η πολιτική εντολή που επιδιώκεται είναι διαφορετική, καθώς και η δυνατότητα εκπλήρωσής της».

Αυτή η αναγνώριση υπεροχής και σημασίας στη σπουδαιότητα των κομμάτων έναντι του ανεξάρτητου υποψηφίου περιέχει στην ουσία και το βάρος που έχει η κομματική βούληση και πολιτική να διαπιστώσει την ανάγκη σεβασμού του εκλογικού αποτελέσματος.

Η κατανομή των εδρών ανάλογα με τα ποσοστά που το κάθε κόμμα έλαβε από τη λαϊκή ψήφο έχει ολοκληρωθεί και επιβεβαιωθεί από τότε - πριν από δύο χρόνια, μετά τις τότε εκλογές. Τα κόμματα, ως φορείς πολιτικής, στο πλαίσιο της δημοκρατικής αρχής, οφείλουν να δώσουν άμεσα λύση, ώστε η Βουλή να λειτουργήσει ως προβλέπεται θεσμικά με 56 βουλευτές. Είναι θέμα ομαλής λειτουργίας των θεσμών που αποτελούν το δημοκρατικό πολίτευμα.

ΑΝΔΡΕΑΣ Σ. ΑΓΓΕΛΙΔΗΣ
Δικηγόρος