ΑΡΘΡΟ ΤΟΥ ΣΥΝΔΕΣΜΟΥ ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΩΝ ΕΤΑΙΡΕΙΩΝ ΚΥΠΡΟΥ

Oι κατά καιρούς επικρίσεις για τις τιμές των φαρμάκων έχουν ενταθεί τελευταίως με αφορμή και την επικίνδυνη τακτική που ακολουθούν αρκετοί ασθενείς να καταφεύγουν στα κατεχόμενα, όπου βρίσκουν τα σκευάσματα που χρειάζονται, σε χαμηλότερες τιμές από αυτές στις οποίες διατίθενται στην Κυπριακή Δημοκρατία.

Ως Σύνδεσμος Φαρμακευτικών Εταιρειών Κύπρου (ΣΦΕΚ), χαρακτηρίζουμε επικίνδυνη την αγορά φαρμάκων από τα κατεχόμενα λόγω ακριβώς της έλλειψης οποιουδήποτε ελέγχου της ποιότητας και της γνησιότητας των σκευασμάτων, τα οποία πωλούνται από καταστήματα που λειτουργούν χωρίς άδεια από τις νόμιμες Αρχές της Κυπριακής Δημοκρατίας. Στις ελεγχόμενες από την Κυβέρνηση περιοχές, η Κύπρος ως χώρα μέλος της Ε.Ε. πρέπει να τηρεί -και τηρεί- αυστηρούς και δαπανηρούς κανόνες σε σχέση με τη διαχείριση των φαρμάκων, τους οποίους επιβάλλει η Ε.Ε., κάτι που εκ των πραγμάτων δεν ισχύει στα κατεχόμενα. Αυτό και μόνον αποτελεί απάντηση στις άστοχες επικρίσεις για ακριβά φάρμακα.

Σε ό,τι αφορά το επιχείρημα ότι τα φάρμακα είναι πιο φθηνά στα κατεχόμενα, ο ΣΦΕΚ υπενθυμίζει και τονίζει σε κάθε ενδιαφερόμενο ότι οι τιμές στη χώρα μας καθορίζονται από το κράτος, στη βάση νομοθεσιών που ψήφισε η Βουλή, όπου, ως γνωστόν, εκπροσωπούνται όλα τα κόμματα, τα οποία οι Κύπριοι πολίτες εμπιστευθήκαμε με την ψήφο μας, να είναι οι αντιπρόσωποί μας στον ναό της Δημοκρατίας.

Οι βουλευτές, λοιπόν, αποφάσισαν και ενέκριναν τον τρόπο με τον οποίο θα καθορίζονται οι τιμές των φαρμάκων. Κανείς άλλος. Η απόφασή τους ελήφθη βεβαίως στη βάση μελέτης, την οποία το κράτος ανέθεσε σε ένα από τα πλέον αναγνωρισμένα πανεπιστήμια διεθνώς, το LSE. Η νομοθεσία λοιπόν την οποία ψήφισε η Βουλή προνοεί ότι ο τρόπος με τον οποίο τιμολογούνται τα φάρμακα καθορίζεται από το Υπουργείο Υγείας και ειδικότερα από τις Φαρμακευτικές Υπηρεσίες, στη βάση του συστήματος “reference pricing”.

Το σύστημα αυτό χρησιμοποιεί μια βάση δεδομένων με τις χονδρικές τιμές των φαρμάκων σε 10 χώρες της Ε.Ε., οι οποίες διαχωρίζονται σε ακριβές (Αυστρία, Γερμανία, Δανία), μεσαίες (Βέλγιο, Ισπανία, Ιταλία, Σουηδία) και φθηνές (Γαλλία, Ελλάδα, Πορτογαλία). Η χονδρική τιμή πώλησης κάθε φαρμάκου καθορίζεται από τον μέσον όρο που προκύπτει από τη χαμηλότερη τιμή από την ομάδα των ακριβών χωρών, τις δύο χαμηλότερες τιμές από την ομάδα των μεσαίων χωρών και την χαμηλότερη τιμή από την ομάδα των φθηνών χωρών.

Η εφαρμογή του συστήματος “reference pricing” είχε ως αποτέλεσμα, από το 2005 μέχρι και σήμερα, τη μείωση της τιμής 920 φαρμάκων κατά μέσον όρο σε ποσοστό της τάξης του 25%. Οι τιμές των υπολοίπων φαρμάκων παρέμειναν σταθερές.

Όπως είναι φυσικό, σε κάθε χώρα ισχύουν διαφορετικές τιμές, ανάλογα με τις συνθήκες αγοράς της. Στην Ελλάδα, για παράδειγμα, το υφιστάμενο σύστημα υγείας επιτρέπει στους ασθενείς να πληρώνουν μόνο ένα μικρό ποσοστό της τιμής των φαρμάκων. Υπάρχουν πολλές άλλες χώρες όπου τα φάρμακα είναι πολύ πιο ακριβά απ’ ό,τι στην Κύπρο. Γι’ αυτόν τον λόγο, στις τιμές αναφοράς του καλαθιού χωρών που χρησιμοποιεί η Κύπρος περιλαμβάνονται και φθηνές και μεσαίες, αλλά και ακριβές χώρες.

Όσοι μονίμως παραπονιούνται για τις τιμές των φαρμάκων στη χώρα μας και προχωρούν σε σύγκριση με άλλες φθηνότερες χώρες λανθασμένα συγκρίνουν τις τιμές του ιδιωτικού τομέα στην Κύπρο, με τις τιμές στις οποίες διατίθενται τα φάρμακα σε χώρες στις οποίες λειτουργούν εθνικά συστήματα υγείας. Αυτό σημαίνει ότι στις χώρες με φθηνά φάρμακα, όλοι οι πολίτες καταβάλλουν κάθε μήνα ένα ποσόν από το εισόδημά τους, ώστε να μπορούν να έχουν είτε δωρεάν, είτε κατά πολύ μειωμένη ιατροφαρμακευτική περίθαλψη, όποτε την χρειασθούν. Στην Κύπρο κάτι τέτοιο δεν συμβαίνει. Εμείς δεν έχουμε καταφέρει ακόμα να έχουμε Γενικό Σύστημα Υγείας, ώστε να μπορούμε να απολαμβάνουμε το αγαθό της δωρεάν ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης.

Στην Κύπρο οι εισαγωγείς είναι υποχρεωμένοι να πωλήσουν στις τιμές που καθορίζονται από το Υπουργείο και όχι αυθαίρετα. Στη συνέχεια συμφωνούν τους όρους συνεργασίας τους με τις διεθνείς φαρμακοβιομηχανίες, με περιορισμένες δυνατότητες διαπραγμάτευσης, λόγω του μικρού μεγέθους της αγοράς του ιδιωτικού τομέα. Επωμίζονται, επίσης, το κόστος της αποθήκευσης και των όρων φύλαξης, υπό αυστηρούς κανονισμούς, της προώθησης και της διανομής στα φαρμακεία, πάντοτε στις καθορισμένες χονδρικές τιμές των Φαρμακευτικών Υπηρεσιών. Το μόνο που δεν είναι καθορισμένο από το κράτος είναι το ποσοστό κέρδους. Αφού λοιπόν γίνει όλη η πιο πάνω διαδικασία και πριν ένα φάρμακο φτάσει στον καταναλωτή, η τιμή του επιβαρύνεται με 5% ΦΠΑ καθώς και το κέρδος του φαρμακοποιού.

Στον δημόσιο τομέα, ο οποίος εξυπηρετεί το 80% των ασθενών, οι τιμές των φαρμάκων βασίζονται στις προκηρύξεις και κατακυρώσεις προσφορών του Υπ. Υγείας για την προμήθεια φαρμάκων στα κρατικά νοσηλευτήρια. Κριτήριο ανάθεσης είναι η τιμή και ο προσφοροδότης στον οποίο κατακυρώνεται η προσφορά επωμίζεται μόνον το κόστος εισαγωγής. Το κράτος να αναλαμβάνει τα έξοδα αποθήκευσης, διανομής και εκτέλεσης συνταγών. Βάσει αυτού του συστήματος η Κύπρος συγκαταλέγεται στις χώρες με τις χαμηλότερες τιμές φαρμάκων στην Ευρώπη.

Όλα τα πιο πάνω αποδεικνύουν ότι η εισαγωγή και εφαρμογή του ΓεΣΥ θα μεταρρυθμίσει πλήρως τον τομέα της υγείας, ενοποιώντας την κρατική και ιδιωτική αγορά και προσφέροντας τα φάρμακα στους ασθενείς σε επιχορηγημένες τιμές.