Αν πρόκειται να αξιολογηθεί η συνολική προσφορά μιας κοινωνίας, μιας πολιτείας, ενός κράτους, σίγουρα θα κριθεί πρώτιστα από την προσφορά σε τρεις τομείς: Υγεία, Παιδεία και Προστασία της ζωής και παροχή ασφάλειας στον κάθε πολίτη. Αυτές τις μέρες και οι τρεις αυτοί τομείς βρίσκονται στην επικαιρότητα, μέσα σε συνθήκες εξαιρετικά δύσκολες. Η οξύτητα των αντιπαραθέσεων έφθασε στα ύψη. Η κάθε πλευρά θεωρεί ότι έχει δίκαιο. Η κάθε πλευρά επιχειρηματολογεί για το δίκαιό της, ιδωμένο, κατά περίπτωση, από τη δική της οπτική γωνία.

Μια οπτική, η οποία προσδιορίζεται από την κοινωνική όχθη στην οποία βρίσκεται, την επαγγελματική ιδιότητα και, ως ένα βαθμό, την πολιτική τοποθέτηση. Αν κάτι είναι αξιοσημείωτο, είναι ο τρόπος με τον οποίο οι υπόλοιποι εξ ημών κρίνουμε όσους, τη δεδομένη στιγμή, βρίσκονται υπό κρίσιν, ενώ, όταν υπό κρίσιν είμαστε εμείς οι ίδιοι, το επάγγελμα και η κοινωνική μας ομάδα, η οπτική μας μεταβάλλεται.

Αξιοσημείωτο είναι και το γεγονός, επίσης, ότι υπάρχουν και εκείνοι οι οποίοι πάντοτε όλα τα φορτώνουν στους εργαζομένους του οποιουδήποτε τομέα (από τους οδηγούς των λεωφορείων ώς τους γιατρούς) και μόνο. Ποτέ ή σχεδόν ποτέ δεν βρίσκουν μια λέξη να πουν για τον εργοδότη, όποιος και να είναι αυτός, είτε είναι το δημόσιο είτε ιδιώτης.

Και πάμπολλοι είναι αυτοί που ξεχνούν εντελώς το κίνητρο, βάσει του οποίου λειτουργεί και κινείται το συγκεκριμένο κοινωνικό και οικονομικό σύστημα. Και αυτό το κίνητρο δεν είναι άλλο από τον υπέρτατο σκοπό και κανόνα του συστήματος, που είναι το κέρδος. Ας μη μας ξενίζει, λοιπόν, η μια ή άλλη συμπεριφορά, έστω και αν πολλές φορές είναι απαράδεκτη, αλλά σε αρκετές άλλες περιπτώσεις είναι δικαιολογημένη.

Σίγουρα ο γιατρός και ο εκπαιδευτικός ασκούν λειτούργημα. Και με βάση αυτήν τη διαπίστωση, θα έπρεπε σε όλα τα θέματα να υπερβαίνουν εαυτόν. Να ασκούν το λειτούργημά τους με αφοσίωση και αυταπάρνηση. Πέρα, όμως, από τα όποια προβλήματα οργάνωσης και διοικητικής λειτουργίας, ας προσπαθήσουμε να δούμε από πού καθορίζεται το κύριο στοιχείο της επαγγελματικής τους συμπεριφοράς, όπως και άλλων κοινωνικών ομάδων, όπως π.χ. των πολιτικών που καθορίζουν το πλαίσιο λειτουργίας των λειτουργών των ΜΜΕ, που αναδεικνύουν τα προβλήματα και κρίνουν τις συμπεριφορές.

Δύο είναι οι βασικοί άξονες, οι οποίοι καθορίζουν αυτήν τη συμπεριφορά: Οι συνθήκες άσκησης του λειτουργήματος, όποιες και αν είναι αυτές, και η προσωπική προσέγγιση ενός εκάστου απέναντι στον όρο λειτούργημα. Μεταξύ των δύο, ο άξονας που υπερτερεί, εκείνος ο οποίος δίνει τον τόνο και χαρακτηρίζει, τελικά, τη συμπεριφορά, αλλά και την απόδοση, είναι ο πρώτος. Οι συνθήκες και οι όροι εργασίας.

Γιατί, όσο και να είναι ένας γιατρός, για παράδειγμα, αφοσιωμένος στο λειτούργημά του, είναι αδύνατο να ανταποκριθεί σε απόδοση και συμπεριφορά, αν καθημερινά εξετάζει 60-70 ασθενείς, σε συνθήκες διοικητικής και λειτουργική ανεπάρκειας. Το ίδιο ισχύει και για τον εκπαιδευτικό. Αν σ' αυτά προστεθεί και το υπαρκτό, πλέον, πρόβλημα προσωπικής ασφάλειας και ενίοτε σωματικής ακεραιότητας, με την αυξανόμενη παραβατικότητα σε νοσοκομεία και σχολεία, σίγουρα τα προβλήματα δεν μπορούν να αντιμετωπισθούν με προσωπικές υπερβάσεις και πράξεις αυταπάρνησης.

Καθοριστικοί οι όροι εργασίας

Αναφέροντας τα πιο πάνω, δεν διαγράφω τις όποιες απαράδεκτες προσωπικές και συλλογικές συμπεριφορές σε ορισμένες περιπτώσεις. Ούτε παραγράφω τα όποια κρούσματα στενής συνδικαλιστικής συμπεριφοράς, αραιά, μεν, αλλά συμβαίνουν, και ανεύθυνης συνδικαλιστικής συμπεριφοράς.

Αυτά, όμως, που ορίζουν την ποσότητα και την ποιότητα των υπηρεσιών Υγείας και Παιδείας είναι οι συνθήκες και οι όροι εργασίας. Είναι η έμπρακτη, και όχι στα λόγια, στάση της Πολιτείας και της Κοινωνίας, αλλά και των ατόμων απέναντι σ' αυτά τα υπέρτατα κοινωνικά και προσωπικά αγαθά. Και το πρώτο ερώτημα που οφείλουμε να απαντήσουμε, εξετάζοντας τα προβλήματα σ' αυτούς τους δύο ζωτικούς τομείς, είναι αν αποτελούν ή όχι πρώτη προτεραιότητα για την Κυπριακή Πολιτεία και Κοινωνία.

Και η απάντηση, δυστυχώς, ώς τώρα έχει δοθεί στην πράξη και, εκ του αποτελέσματος, είναι αρνητική. Γιατί, αν ήταν θετική, θα είχε μέχρι σήμερα εφαρμοσθεί και λειτουργήσει, για παράδειγμα, το ΓεΣΥ. Θα είχαμε διαφορετικό ύψος συμμετοχής στον Κρατικό Προϋπολογισμό τόσο για την Υγεία, όσο και για την Παιδεία. Οι λόγοι που δεν τα έχουμε, διάφοροι. Πολλοί είναι υποκειμενικού χαρακτήρα, π.χ. ύψος αμοιβών. Οι υπόλοιποι είναι αντικειμενικοί, κοινωνικο-οικονομικού χαρακτήρα, που καθορίζονται από τις προτεραιότητες που το παρόν νεοφιλελεύθερο σύστημα προδιαγράφει για τους δύο αυτούς τομείς.

Ο άνθρωπος, σήμερα, ως εργατική δύναμη, ως παραγωγική δύναμη, υποβαθμίζεται για δύο λόγους: Α) Η προσφορά εργασίας είναι πολύ περισσότερη από τη ζήτηση (εξ ου και τα μεγάλα ποσοστά ανεργίας), Β) Η ανάπτυξη της τεχνολογίας. Η οποία, με τη σειρά της, εκτοπίζει πολλούς εργαζομένους, χωρίς να είναι πρωταίτια γι’ αυτό, και, ταυτόχρονα, δημιουργεί τις προϋποθέσεις και την ανάγκη αναβαθμισμένης, ποιοτικά, εργατικής δύναμης. Η οποία, πάλι, με τη σειρά της, προϋποθέτει καλύτερη παιδεία.

Επειδή, όμως, η ζήτηση εργατικής δύναμης είναι ποιοτικά αρκετά μικρή σήμερα, η Παιδεία οδηγήθηκε να παράγει τους λίγους και αναγκαίους, ποιοτικά, επαρκείς και πλήρως εξειδικευμένους. Άλλο θέμα, αν, σε πλείστες περιπτώσεις, η εξειδίκευση είναι τόσο στενή, που συνιστά ευρύτερο πρόβλημα. Τους υπολοίπους, τους αφήνει στο περιθώριο της εκπαίδευσης και, σε συνδυασμό και με άλλα δεδομένα των ημερών μας, και στο περιθώριο της ζωής. Ανάμεσα στα δεδομένα αυτά είναι και η Υγεία.

Δυστυχώς, αυτοί που δεν προκρίνονται ως χρήσιμοι για την υλική και πνευματική παραγωγή, την παραγωγή κέρδους, αφήνονται στη μοίρα τους, ακόμα, στον τομέα της Υγείας. Μπορεί στην Αρχαία Σπάρτη οι «άχρηστοι» να ρίχνονταν από τον Ταΰγετο, στη σύγχρονη Ρώμη, όμως, δεν ρίχνονται μεν στην αρένα, αλλά στο κοινωνικό περιθώριο, με όσα αυτό συνεπάγεται. Αυτό το κοινωνικό περιθώριο, το περιθώριο της ζωής, είναι η μέγιστη πηγή άντλησης θυτών και θυμάτων για τον κόσμο της παρανομίας.

Κατά συνέπειαν, ας επανακαθορίσουμε πρώτιστα τις κοινωνικές και, κατ' επέκτασιν, οικονομικές προτεραιότητες. Κατά δεύτερον, ας οργανώσουμε τα δύο συστήματα στη λογική των προτεραιοτήτων και, κατά τρίτον, ως αποτέλεσμα των πρώτων δύο παραγόντων, να ζητήσουμε από τους λειτουργούς Υγείας και Παιδείας να αποδώσουν το μέγιστο επαγγελματικά και ανθρώπινα.

Εύχομαι ο διάλογος που έχει αρχίσει μεταξύ των αρμοδίων υπουργείων και των συνδικαλιστικών και άλλων εμπλεκομένων στα θέματα οργανώσεων να αποδώσει τα βέλτιστα.