Η φαντασίωση της συνομοσπονδίας δεν προέκυψε πρόσφατα, αλλά υπήρχε ανέκαθεν. Ας μου επιτραπεί να υπενθυμίσω σε όσους το τελευταίο διάστημα διατείνονται όλο και πιο συχνά ότι «κουραστήκαμε να συζητάμε για ομοσπονδία», το εξής: σύμφωνα με την παραδοχή του συμβούλου του Denkta?, Mumtaz Soysal, o Τουρκοκύπριος ηγέτης μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του 1990 συζητούσε «συνομοσπονδία, ενώ στον διεθνή παράγοντα έλεγε [ότι συζητούσε] ομοσπονδία».
Στα μέσα της δεκαετίας του 1990 είχε «απαυδήσει» από το «παιχνίδι της ομοσπονδίας» και πίστευε ότι ήρθε η στιγμή να δημοσιοποιήσει τον «Κύριο Στόχο», δηλαδή τη συνομοσπονδία. Στη μελέτη με τίτλο «Όραμα για το Κυπριακό Πρόβλημα», που συνέταξε το 1994, επέκρινε τις τουρκικές κυβερνήσεις για «έλλειψη οράματος», η οποία έφερνε τον ίδιο σε δύσκολη θέση: «Αυτά τα ζιγκ ζαγκ λόγω της έλλειψης κοινού οράματος ανάμεσα σε μας και την Τουρκική Δημοκρατία στάθηκαν αιτία να περνούν τα χρόνια μάταια». Θέτοντας ενίοτε ζήτημα παραίτησής του, ο Denkta? απαιτούσε από την Τουρκία να αλλάξει το πλαίσιο των συνομιλιών προς τη συνομοσπονδία.
Εν τέλει η Τουρκική Δημοκρατία αποδέχθηκε επίσημα την επίμονη αξίωση του Denkta? και το 1997, εγκαταλείποντας τη θέση της διζωνικής-δικοινοτικής ομοσπονδίας, ανακοίνωσε ως «νέα» πολιτική της στην Κύπρο τη βασισμένη σε δύο κράτη συνομοσπονδία. Με τα λόγια του Denktas, «το 1997, επιτέλους η Τουρκία ήρθε στο προσκήνιο με ένα αληθινό όραμα». Εις το εξής, οι τουρκικές προτάσεις, όχι εμμέσως όπως παλαιότερα, θα εξέφραζαν ανοικτά τη θέση της συνομοσπονδίας στη βάση της περιορισμένης συνεργασίας ανάμεσα σε δύο κυρίαρχα κράτη. Το ενδεχόμενο προσάρτησης του νησιού στην Τουρκία χρησιμοποιήθηκε για να υποχρεωθεί η ελληνοκυπριακή πλευρά να αποδεχτεί το μοντέλο της συνομοσπονδίας.
Ο Denktas, με φαξ στις 3 Ιουνίου 1998, θα γνωστοποιούσε σε Τύπο και τουρκοκυπριακές καθώς και τουρκικές Αρχές την ορολογία της «νέας» πολιτικής. Στο φαξ ήταν γραμμένα στα αγγλικά τα ακόλουθα:
Παλαιά Ορολογία Νέα Ορολογία
Intercommunal Talks State to State Talks [Δικοινοτικές Συνομιλίες] [Διακρατικές Συνομιλίες]
Federation - Federal Solution Partnership Settlement [Ομοσπονδία - Ομοσπονδιακή Λύση] [Λύση βασισμένη στον συνεταιρισμό]
Two Communities Two Sovereign Peoples [Δύο Κοινότητες] [Δύο Κυρίαρχοι Λαοί]
Είναι ξεκάθαρο ότι ο Denktas πλέον όριζε τους Τουρκοκύπριους όχι ως κοινότητα αλλά ως «ξεχωριστό και κυρίαρχο λαό» και υποστήριζε την κατάληξη των συνομιλιών με λύση συνομοσπονδίας «ανάμεσα σε δύο κράτη». Παρά ταύτα, η εν λόγω περίοδος δεν κύλησε μέσα σε κλίμα «πολιτικής ομαλότητας» για τον Denktas. Η Τουρκία είχε συναινέσει στη λύση συνομοσπονδίας ως αντίδραση στην απόφαση της Συνόδου του Λουξεμβούργου (1997) να μην γίνει δεκτή ως υποψήφια χώρα-μέλος της Ε.Ε.
Στην πραγματικότητα, το «ναι» στη συνομοσπονδία ήταν μια τακτική προσέγγιση της Τουρκίας, η οποία χρησιμοποιούσε το Κυπριακό ως ισχυρό χαρτί στις σχέσεις της με την Ε.Ε. Μάλιστα, όταν στη Σύνοδο του Ελσίνκι (1999) η Ε.Ε. έκανε τελικά δεκτή την υποψηφιότητα της χώρας, η τουρκική κυβέρνηση έκανε στροφή και, προς μεγάλη απογοήτευση του Denktas, υιοθέτησε τη λύση ομοσπονδίας λέγοντας «ναι» στο Σχέδιο Ανάν.
Διαφορές ανάμεσα σε Ομοσπονδία και Συνομοσπονδία
Εφόσον άρχισε να γίνεται πάλι λόγος για συνομοσπονδία, είναι σημαντικό να διευκρινιστούν μερικές διαφορές ανάμεσα στις έννοιες ομοσπονδία και συνομοσπονδία. Κατ' αρχήν, ένας σύντομος ορισμός της ομοσπονδίας είναι ο εξής: το ομοσπονδιακό σύστημα διοίκησης βασίζεται στην αρχή της αλληλεξάρτησης ανάμεσα στην κεντρική και τις περιφερειακές διοικήσεις. Η κατανομή εξουσίας και κυριαρχίας γίνεται με τρόπο, ώστε οι περιφερειακές μονάδες να έχουν τη δυνατότητα να αυτοδιοικούνται. Σε ένα ομοσπονδιακό σύστημα η διακυβέρνηση ασκείται σε δύο επίπεδα -κεντρικό και περιφερειακό- και καμιά από τις δύο διοικήσεις, κεντρική ή περιφερειακή, δεν μπορεί να κατισχύσει επί της άλλης. Αυτή είναι και η ειδοποιός διαφορά των ομοσπονδιακών κρατών από τα ενιαία και τα συνομοσπονδιακά κράτη.
Η ομοσπονδία βασίζεται σε ένα σύνταγμα, το οποίο θεσπίζεται με την ιδρυτική βούληση ολόκληρου του λαού, δηλαδή του συνόλου των ατόμων και των κοινοτήτων που ζουν μέσα στα σύνορα τα ομοσπονδιακού κράτους. Αντίθετα, η συνομοσπονδία προκύπτει κατόπιν συμφωνίας ανάμεσα σε κράτη. Με άλλα λόγια, ανεξάρτητα κράτη, στο πλαίσιο μιας συμφωνίας, εκχωρούν εξουσίες σε μια κεντρική διοίκηση και μπορούν ανά πάσα στιγμή να καταργήσουν αυτήν τη συμφωνία. Οι πολίτες είναι μέλη μόνο των δικών τους κρατών και δεν μοιράζονται έναν κοινό δημόσιο χώρο, ώστε να δημιουργήσουν μια κοινή κοινότητα. Αντικείμενο συζήτησης σε μια συνομοσπονδία είναι η επίτευξη συμφωνίας ανάμεσα σε κυρίαρχα και ανεξάρτητα κράτη πάνω σε συγκεκριμένους στόχους και ο σχηματισμός μιας κοινής διοίκησης.
Απαραίτητη προϋπόθεση για τη σύναψη συμφωνίας σε συνομοσπονδιακή βάση είναι η ύπαρξη ξεχωριστών και ανεξάρτητων κρατών. Στην Κύπρο δεν ισχύει κάτι τέτοιο. Τα κράτη δεν συγκροτούνται με «φαξ» όπως αυτό του Denkta?, ούτε με ρητορείες του είδους «εγώ πλέον είμαι ξεχωριστός λαός και ξεχωριστό κράτος, συνεπώς συζητώ για συνομοσπονδία». Τότε, πώς γίνεται; Πότε μια μειονότητα γίνεται κοινότητα, πότε μια κοινότητα γίνεται χωριστός λαός και πότε ένας χωριστός λαός γίνεται κράτος;
Σε αυτά τα ερωτήματα δεν μπορεί να δοθεί απάντηση αν εξεταστούν από νομική, κανονιστική ή ηθική σκοπιά. Σε διάφορα μέρη του κόσμου συναντώνται κοινότητες που ζουν σε μια χώρα υπό ειδικό καθεστώς. Για παράδειγμα, στην Τουρκία οι Κούρδοι δεν αναγνωρίζονται ούτε ως θεμελιώδες στοιχείο (συνιδρυτική κοινότητα) του κράτους, ούτε ως μειονότητα. Αντίθετα, στην Ελβετία ακόμα και το καντόνι με τον μικρότερο πληθυσμό θεωρείται θεμελιώδες στοιχείο του κράτους.
Το τ/κ άλμα
Στις αρχές της δεκαετίας του 1940 η τουρκοκυπριακή κοινότητα αυτοπροσδιοριζόταν ως μειονότητα. Με την παρέλευση μιας περίπου δεκαετίας άρχισε να μιλά για ξεχωριστό δικαίωμα αυτοδιάθεσης (Διχοτόμηση). Με την ίδρυση της Κυπριακής Δημοκρατίας το 1960 αναγνωρίστηκε ως μια εκ των δύο συνιδρυτικών κοινοτήτων του κυπριακού κράτους, με κατοχυρωμένη την πολιτική ισότητα στους τομείς της νομοθετικής και εκτελεστικής εξουσίας. Ισότιμο πολιτικό στάτους απέκτησε και στο ζήτημα της τροποποίησης του συντάγματος, καθότι η οποιαδήποτε συνταγματική αναθεώρηση -εκτός των τριών θεμελιωδών άρθρων- προϋποθέτει και τη χωριστή έγκριση των Τουρκοκυπρίων σε αναλογία 3 προς 2. Μετά το 1974 έγινε αποδεκτό ότι η πολιτική ισότητα είναι θεμελιώδες στοιχείο του ομοσπονδιακού κράτους και συζητείται η δυνατότητα «αποτελεσματικής συμμετοχής» της πολιτικά ισότιμης τουρκοκυπριακής κοινότητας σε όλους τους τομείς της ομοσπονδιακής Κύπρου.
Πώς πραγματοποιήθηκε το άλμα από το καθεστώς της μειονότητας στο καθεστώς της πολιτικά ισότιμης κοινότητας; Η απάντηση είναι ότι αυτό κατορθώθηκε με τη συναίνεση που προκύπτει από τη βία και τον πειθαναγκασμό… Χάρη στη βία και την πίεση που άσκησαν Τουρκία και Μεγάλη Βρετανία κατά την ίδρυση της Κυπριακής Δημοκρατίας. Ωστόσο, οι μέχρι σήμερα βίαιες ενέργειες, πειθαναγκασμοί και διπλωματικές κινήσεις δημιούργησαν για τους Τουρκοκύπριους τη δυνατότητα να καταστούν θεμελιώδες στοιχείο ενός ομοσπονδιακού κράτους? όχι να γίνουν κράτος ή να ιδρύσουν μια συνομοσπονδία.
Πέρα από τη δυσφήμηση της ομοσπονδίας ή τη συνομοσπονδιακή φαντασίωση, είναι αναγκαίο να δούμε το ομοσπονδιακό κράτος και υπό το πρίσμα του Φεντεραλισμού. Η ομοσπονδία είναι πρωτίστως μια συνταγματική και θεσμική μορφή οργάνωσης. Ο Φεντεραλισμός εκκινεί κυρίως από τη σύνθετη φύση των κοινοτήτων και παραπέμπει στην πολιτική κουλτούρα που είναι απαραίτητη για τη συνύπαρξη κοινοτήτων, οι οποίες για διάφορους λόγους δεν ομογενοποιήθηκαν αλλά παραμένουν κατακερματισμένες και διαιρεμένες. Ενώ η ομοσπονδία αποτελεί ένα σύνολο θεσμών και μια μορφή οργάνωσης, ο Φεντεραλισμός διερευνά τρόπους για την αρμονική συνύπαρξη των διαφορών σε πλουραλιστικές γεωγραφίες και αναζητεί λύσεις στο πλαίσιο της δημοκρατικής νομιμότητας. Ως εκ τούτου, διαθέτει ένα εκτενές πεδίο δράσης και ελιγμών.
Εφιστώντας την προσοχή στην ιδέα της «Ενότητας εντός της Διαφορετικότητας» και στις υφιστάμενες συνθήκες, παράγει συστήματα ανάλογων αξιών, ιδέες και πολιτικές θέσεις. Εκκινώντας από την πολιτική κουλτούρα και την κοινότητα, στηρίζει το ομοσπονδιακό μοντέλο κράτους. Όπως σημειώνει και ο καθηγητής King, εκ των πνευματικών πατέρων του Φεντεραλισμού, ο Φεντεραλισμός μπορεί να υπάρξει ως ρεύμα και χωρίς το ομοσπονδιακό κράτος, ωστόσο το ομοσπονδιακό κράτος είναι αδύνατο να υπάρξει χωρίς τον Φεντεραλισμό.
Δυστυχώς, ένεκα του γεγονότος ότι στην Κύπρο ο Φεντεραλισμός δεν έχει εδραιωθεί σε ικανοποιητικό βαθμό, αντιμετωπίζουμε σημαντικές δυσκολίες στην αναζήτηση της ομοσπονδιακής λύσης. Όμως, αυτό δεν αναιρεί το γεγονός ότι η συνομοσπονδία δεν είναι κάτι περισσότερο από φαντασίωση.




