Η ασφάλεια της Κύπρου δεν είναι θέμα της διεθνούς πτυχής του Κυπριακού
Οι δηλώσεις Ακιντζί των τελευταίων ημερών περί αποδοχής του δήθεν πλαισίου Γκουτέρες, και η θετική προσέγγιση αλλά διαφορετική ανάγνωση του πλαισίου από την πλευρά μας, ανέδειξαν για πολλοστή φορά τις διαφορές που υπάρχουν ανάμεσα στις δύο πλευρές για τα ζητήματα εγγυήσεων, αποχώρησης των ξένων στρατευμάτων και της ασφάλειας της Κύπρου, ζητήματα που αποτελούν και το κλειδί της λύσης, όπως διαπιστώθηκε και στην αποτυχούσα διάσκεψη για τη Κύπρο στο Κραν Μοντανά.
Χωρίς να θέλουμε να μπούμε στην ουσία του κεφαλαίου της ασφάλειας, κάτι με το οποίο ασχοληθήκαμε επισταμένως σε προηγούμενα κείμενα, θα αναφερθούμε σήμερα στη διαδικασία που ακολουθείται για τη συζήτηση της ασφάλειας, την οποία θεωρούμε αρκετά σημαντική γιατί εν πολλοίς καθορίζει και την ουσία.
Λανθασμένος χειρισμός
Κατ’ αρχήν θεωρούμε ότι η διασύνδεση της ασφάλειας της Κύπρου με το ζήτημα των εγγυήσεων και της αποχώρησης των ξένων στρατευμάτων και η, συνεπεία αυτού, ένταξη της ασφάλειας στη διεθνή πτυχή του Κυπριακού, υπήρξε διαχρονικά λανθασμένος χειρισμός της πλευράς μας για τους εξής λόγους.
1. Η Συνθήκη Εγγυήσεων, στο άρθρο 4 της οποίας προβλέπονται και τα εγγυητικά δικαιώματα, δεν έχει καμιά σχέση με την ασφάλεια της Κύπρου. Με τη συνθήκη αυτή οι εγγυήτριες δυνάμεις (Ελλάδα, Τουρκία, Αγγλία) εγγυώνται τη διατήρηση της κατάστασης πραγμάτων (στάτους κβο) που δημιουργείται με το Σύνταγμα της Κυπριακής Δημοκρατίας, καθώς και το καθεστώς των Βρετανικών Βάσεων που καθορίζεται με τη Συνθήκη Εγκαθίδρυσης. Τα ζητήματα ασφάλειας ρυθμίζονται από το Σύνταγμα και τη Συνθήκη Συμμαχίας (Κύπρος, Ελλάδα, Τουρκία) και όχι από τη Συνθήκη Εγγυήσεων. Όσο για τα ξένα στρατεύματα, δεν μπορούν να έχουν οποιαδήποτε σχέση με την ασφάλεια της Κύπρου, γιατί απλώς η παρουσία τους είναι παράνομη και θα πρέπει να αποχωρήσουν.
2. Σύμφωνα με το Διεθνές και Ευρωπαϊκό Δίκαιο (άρθρο 51 του Καταστατικού Χάρτη του ΟΗΕ και άρθρο 4 της Συνθήκης της Λισσαβώνας), η άμυνα και ασφάλεια αποτελεί ευθύνη των ίδιων των κρατών, τα οποία έχουν την αποκλειστική αρμοδιότητα να ρυθμίζουν σε ατομικό ή συλλογικό επίπεδο σχετικά ζητήματα. Και επειδή, όπως είναι γνωστό, ο Καταστατικός Χάρτης υπερισχύει κάθε άλλης συμφωνίας, είναι φανερό ότι οποιαδήποτε συμφωνία υπογραφτεί που να ρυθμίζει θέματα ασφάλειας πριν από τη συγκρότηση του νέου κράτους της ομόσπονδης Κύπρου, πέραν του ότι μπορεί να προσβληθεί σε διεθνή δικαστήρια και να κριθεί παράνομη, το ίδιο το κράτος διατηρεί το δικαίωμα της τροποποίησης ή και κατάργησής της.
Παραδείγματα στην ιστορία υπάρχουν πολλά. Με τη Συνθήκη της Λωζάννης (1923) και τη Συνθήκη των Παρισίων (1947) επιβλήθηκαν αρκετοί περιορισμοί στη στρατιωτικοποίηση των νησιών του ανατολικού Αιγαίου και των Δωδεκανήσων. Η Ελλάδα, όμως, ύστερα από τη συγκρότηση από την Τουρκία της στρατιάς του Αιγαίου (1974) και το κτίσιμο αποβατικού στόλου, επικαλούμενη το δικαίωμα της αυτοάμυνας όπως καθορίζεται στο άρθρο 51 του Καταστατικού Χάρτη, εξόπλισε και οχύρωσε τα νησιά, χωρίς να υπάρξει καμιά αντίδραση από τη διεθνή κοινότητα.
Τον Αύγουστο του 1945 υπογράφτηκε από τους αρχηγούς των τριών νικητών του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου η Συνθήκη του Πότσδαμ, με την οποία επιβλήθηκε στη Γερμανία πλήρης αφοπλισμός και αποστρατιωτικοποίηση. Και, όμως, η Γερμανία σήμερα είναι μια από τις πλέον ισχυρές στρατιωτικές δυνάμεις της Ευρώπης και του ΝΑΤΟ. Αλλά και η Κύπρος, ύστερα από την Τουρκανταρσία του 1963-64 και τη διάλυση του κυπριακού στρατού, επικαλούμενη το δικαίωμα της αυτοάμυνας στη βάση του Διεθνούς Δικαίου, ίδρυσε με νόμο την Εθνική Φρουρά, η οποία αναγνωρίζεται από τη διεθνή κοινότητα ως ο νόμιμος στρατός της Κυπριακής Δημοκρατίας.
Κατά συνέπειαν, το κεφάλαιο ασφάλεια δεν αφορά ούτε τις εγγυήτριες δυνάμεις, ούτε άλλη χώρα ή οργανισμό, παρά μόνο την ομόσπονδη Κύπρο (κεντρικό κράτος), η οποία θα αποφασίσει αν θα έχει στρατό ή όχι, τι είδους στρατό, αν θα ενταχθεί σε συλλογικό σύστημα ασφάλειας (π.χ. ΝΑΤΟ), αν θα συνάψει αμυντικές συμφωνίες με άλλα κράτη κ.λπ.
Καμία σύγχυση
Το μοναδικό θέμα συζήτησης στη διεθνή πτυχή του Κυπριακού θα πρέπει, σύμφωνα πάντα με το Διεθνές Δίκαιο, να είναι η κατάργηση της Συνθήκης Εγγυήσεων και η αποχώρηση των ξένων στρατευμάτων. Και επίσης δεν πρέπει να γίνεται καμιά σύγχυση της ασφάλειας που θα έχει η Κύπρος, με την εγκαθίδρυση μηχανισμού εφαρμογής της λύσης, ο οποίος μπορεί να περιλαμβάνει και στρατιωτικής φύσεως μέτρα, ή την παρουσία ειρηνευτικής δύναμης, που λανθασμένα θεωρείται από κάποιους ως δύναμη ασφάλειας.
Προκαταρκτικές συζητήσεις βέβαια μεταξύ των δύο ηγετών για τα θέματα ασφάλειας της Κύπρου μπορούν και πρέπει να γίνονται στο πλαίσιο των διαδικασιών λύσης, όπως και στα άλλα κεφάλαια εσωτερικής διακυβέρνησης. Με τη διαφορά όμως ότι το αποτέλεσμα των συζητήσεων αυτών δεν μπορεί να ενταχθεί σε μια συμφωνία που θα υπογράφεται και από τις εγγυήτριες δυνάμεις ή και οργανισμούς όπως ο ΟΗΕ ή η Ευρωπαϊκή Ένωση. Η συμφωνία που θα επιτευχθεί για τα ζητήματα ασφάλειας θα πρέπει να προέλθει μετά τη συγκρότηση του νέου κράτους και να περιληφθεί στο νέο Σύνταγμα της Κύπρου και σε περίπτωση απόφασης για συλλογική αυτοάμυνα, σε ξεχωριστές συμφωνίες με άλλες χώρες ή συνασπισμούς.
Ως εκ των παραπάνω, θεωρούμε λανθασμένη και αντίθετη προς το Διεθνές και Ευρωπαϊκό Δίκαιο την οποιαδήποτε διασύνδεση της αποχώρησης του παράνομου κατοχικού στρατού με τη διάλυση της ΕΦ ως του νόμιμου στρατού της Κυπριακής Δημοκρατίας. Αν θα αποφασισθεί η διάλυση ή ο μετασχηματισμός της Ε.Φ. σε ένα μεικτό επαγγελματικό στρατό, είναι ζήτημα που θα αποφασίσει το ομόσπονδο κράτος και όχι οι εγγυήτριες δυνάμεις ή άλλοι διεθνείς οργανισμοί.
ΑΝΔΡΕΑΣ ΠΕΝΤΑΡΑΣ
Αντιστράτηγος ε.α.




