Πρόκειται για ένα διεθνές σκηνικό, που εντάσσει στους κόλπους του χώρες και συστήματα κρατών, που είναι σε θέση, όχι μόνο να αντιμετωπίσουν επερχόμενες κρίσεις, αλλά αποτελούν και τα ίδια υπαρκτή απειλή μιας υποβόσκουσας, πλην ορατής διεθνούς ανάφλεξης. Αναφερόμαστε εν προκειμένω στις δορυφορικές συγκρούσεις, δηλαδή διά αντιπροσώπων, οι οποίες μπορούν να επέλθουν ανά πάσα στιγμή σε πεδία και χώρες, που ελέγχονται ή κινούνται από το ένα ή το άλλο διεθνές στρατόπεδο ή και τα δύο μαζί
Η κατάσταση στη Συρία μεταβάλλεται από μέρα σε μέρα σε έναν άκρως επικίνδυνο κόμβο περιφερειακής κρίσης, ικανό να μετατρέψει την τωρινή περιφερειακή σύγκρουση σε διεθνή ή και σε παγκόσμια κρίση. Τούτο γιατί, ως γνωστόν, στο σημερινό καθεστώς του Μπασάρ Αλ-Άσαντ προσάπτεται η κατηγορία της χρήσης χημικών όπλων, εν προκειμένω στην πόλη Ντούμα της Ανατολικής Γκούτα, εναντίον πολιτικών και εθνικών ομάδων, που αντιτίθενται δυναμικά στο καθεστώς της Δαμασκού. Η ηγεσία Άσαντ, ως κρατική δύναμη της Συρίας, διεκδικεί αυτονοήτως τον έλεγχο της επικράτειας με την ενεργό στήριξη και συνεργασία του ρωσικού παράγοντα. Κατ’ αυτόν τον τρόπο υπερβαίνει τα συγκρουσιακά όρια του ισλαμοκρατούμενου χώρου, ενώ αποπειράται ταυτόχρονα να θέσει υπό τον έλεγχό της και τις από την Ουάσιγκτον υποστηριζόμενες περιοχές.
Αυτή η κατάσταση θα μπορούσε να οδηγήσει σε συνθήκες ανεξέλεγκτης κρίσης, όπου η εμπλοκή του συριακού καθεστώτος στην ευρύτερη περιοχή, η οποία ελέγχεται από αμερικανικές δυνάμεις, φέρνει τους Αμερικανούς σε απευθείας αντιπαράθεση με τον ρωσικό παράγοντα, που υποστηρίζει το καθεστώς Άσαντ. Εξ ου και η εξ αντανακλάσεως αναδρομική αναφορά σε παρόμοια διεθνή περιστατικά, όπως η περίφημη κρίση της Κούβας το 1962.
Τα παραδείγματα από το παρελθόν, όπου περιορισμένης αρχικά έκτασης κρίσεις, όπως του Βερολίνου το 1961 ή της Κούβας το 1962 ή του Βιετνάμ στην κορύφωσή του της δεκαετίας του 1970, μετετράπησαν ευκόλως, ταχέως και ανεξελέγκτως, από περιφερειακές κρίσεις σε παγκόσμιες συγκρούσεις. Η διάσταση της παγκόσμιας σύγκρουσης οφειλόταν και τότε στην έμμεση ή και άμεση εμπλοκή των υπερδυνάμεων Σοβιετικής Ένωσης και ΗΠΑ στο πεδίο της αντιπαράθεσης, όπου ο κίνδυνος της πυρηνικής ανάφλεξης ήταν πάντοτε εφιαλτικά ορατός.
Δεδομένης της αποφασιστικότητας των κύριων συντελεστών της κρίσης και ειδικότερα της Μόσχας αφενός στη Δαμασκό και της Ουάσιγκτον αφετέρου, που στηρίζει κουρδικές και λοιπές αντικαθεστωτικές δυνάμεις στη Συρία και στο Βόρειο Ιράκ, είναι προφανές πως η σημερινή κατάσταση στη Συρία οδηγείται σε σύγκρουση. Ο έλεγχος της αντιπαράθεσης μετατίθεται από τους αρχικούς δρώντες, στα κέντρα λήψης αποφάσεων Ουάσιγκτον και Μόσχας, όπου πρέπει να υπογραμμίσουμε πως το ενδεχόμενο απευθείας σύγκρουσης των δύο, λόγω ακριβώς του πυρηνικού οπλοστασίου που διαθέτουν, αποκλείεται a priori.
Στο παρελθόν η Μόσχα ήταν επικεφαλής του ανατολικού λεγόμενου συνασπισμού χωρών, του Συμφώνου της Βαρσοβίας και η Ουάσιγκτον τότε, όπως και σήμερα, του ΝΑΤΟ. Η διαφορά του σήμερα από το παρελθόν συνίσταται στο ότι η Μόσχα στην παρούσα φάση δεν έχει καμία άλλη στρατηγική υποστήριξη, πλην ιδίων δυνάμεων, ενώ η Ουάσιγκτον στηρίζεται αφενός στις δυνάμεις που έχει στην αμερικανική ήπειρο, όπου μπορεί να πλήξει την Μόσχα, τόσο διηπειρωτικά από τις ΗΠΑ, όσο και από στρατιωτικές δυνάμεις που διαθέτει στην ίδια την ευρωπαϊκή ήπειρο, της Ελλάδος μη εξαιρουμένης.
Σημειώνεται εν προκειμένω πως η Ρωσία και οι ΗΠΑ, μετά το πέρας του Ψυχρού Πολέμου, δηλαδή στην επονομαζόμενη μεταψυχροπολεμική εποχή, καθιέρωσαν μεταξύ τους μια πολιτική συνεργατικής «ύφεσης», στη διάρκεια της οποίας η Ρωσική Ομοσπονδία ανέκαμψε, όχι μόνο οικονομικά, αλλά και στρατηγικά, μετατρεπόμενη και πάλι, όπως ήδη ελέχθη, σε μια μεγάλη δύναμη, που παίρνει τη θέση της σταδιακά ως το αντίπαλο δέος της αμερικανικής υπερδύναμης, αναπτύσσοντας και αντίστοιχη επιρροή, κυρίως στον βαλκανικό, μεσανατολικό και τον στρατηγικό χώρο της κεντρικής Ασίας.
Η επιστροφή της Μόσχας στη Μέση Ανατολή, που επήλθε μετά την περίφημη περίοδο της κυριαρχίας της ΕΣΣΔ τις δεκαετίες 1950, 1960, 1970, όπου και πρωταγωνίστησε ενισχύοντας τους Άραβες στη σύγκρουσή τους με το Ισραήλ, αυτή η επιστροφή σηματοδοτεί και τη νέα θέση και ρόλο της Ρωσικής Ομοσπονδίας στο παγκόσμιο σκηνικό. Πρόκειται για ένα διεθνές σκηνικό, το οποίο εντάσσει στους κόλπους του χώρες και συστήματα κρατών, που είναι σε θέση, όχι μόνο να αντιμετωπίσουν επερχόμενες κρίσεις, αλλά αποτελούν και τα ίδια υπαρκτή απειλή μιας υποβόσκουσας, πλην ορατής διεθνούς ανάφλεξης.
Αναφερόμαστε εν προκειμένω στις δορυφορικές συγκρούσεις, δηλαδή διά αντιπροσώπων, οι οποίες μπορούν να επέλθουν ανά πάσα στιγμή σε πεδία και χώρες, που ελέγχονται ή κινούνται από το ένα ή το άλλο διεθνές στρατόπεδο ή και τα δύο μαζί. Μια τέτοια ορατή σύγκρουση είναι και η διεθνής σύγκρουση, όπως εξελίσσεται στη Συρία, στην οποία ετοιμάζονται να αναμετρηθούν οι παγκόσμιες δυνάμεις που κυριαρχούν σήμερα στον πλανήτη, όπου και θα δοκιμασθεί το κύρος, η ισχύς, η αξιοπιστία, αλλά και η ικανότητά τους για συμβιβασμό και ειρηνική διευθέτηση διαφορών.
ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΣ Κ. ΓΙΑΛΛΟΥΡΙΔΗΣ
Καθηγητής Διεθνούς Πολιτικής,
Διευθυντής Κέντρου Ανατολικών Σπουδών
Για τον Πολιτισμό και την Επικοινωνία,
Πάντειο Πανεπιστήμιο




