Υπάρχουν δύο μέρες κάθε χρόνο όπου κάνουμε την υπέρτατη ευχή. Την ευχή “Ελεύθερη Κύπρος”. Η μια στιγμή είναι όταν ξημερώνει είκοσι Ιουλίου. Όταν δηλαδή επιστρέφει η μνήμη της εισβολής. Όταν έρχεται η ανάμνηση να μας δώσει ένα ακόμα γερό χαστούκι και να μας πει ότι τα χρόνια πέρασαν, κοντεύει μισός αιώνας σκλαβιάς, κι εμείς ακόμα στον ίδιο παρονομαστή, δεν έχουμε ακόμα συμφωνήσει μεταξύ μας τι θέλουμε, πού πάμε, με ποιο τρένο θέλουμε να πάμε και πώς φανταζόμαστε την αυριανή μας μέρα…
Η άλλη στιγμή είναι όταν πλησιάζει η Πρωτοχρονιά. Εκεί, λοιπόν, ανάμεσα στο “χρόνια πολλά” και στο “ευτυχισμένος ο καινούργιος χρόνος”, μια από τις βασικές ευχές μας είναι η ευχή “Ελεύθερη Κύπρος”. Του χρόνου, δηλαδή, να μη βιώσουμε μνήμη επετείου εισβολής, αλλά να βιώσουμε γιορτή Λευτεριάς. Ιούλιο και Δεκέμβριο λοιπόν θυμόμαστε, αναρωτιόμαστε, προβληματιζόμαστε και ευχόμαστε.
Αυτό το κείμενο δεν έχει σκοπό ούτε να αγχώσει, ούτε να ειρωνευτεί, ούτε να κατηγορήσει. Κάποια στιγμή, απλά, ο καθένας μας ανοίγει το δικό του βιβλίο, το δικό του σημειωματάριο και αναλογίζεται τα πράγματα απ’ την αρχή. Έτσι όπως ο καθένας μας φυλλομετρά το ημερολόγιο των σαράντα τριών και μισό ετών που πέρασαν από την αποφράδα εκείνη ημέρα, βλέπει ξανά έναν - έναν τους πρωταγωνιστές, ξανακοιτάζει τα πρόσωπα, τους σκηνοθέτες, τους παραγωγούς, τους κομπάρσους, τους σεναριογράφους.
Ολόκληρο το άρθρο μπορείτε να το διαβάσετε στην "Σημερινή της Κυριακής" που κυκλοφορεί στα περίπτερα.




