Μέχρι το 1990 η προσπάθεια επικεντρώνετο στην ανασυγκρότηση της οικονομίας μετά τα καταστροφικά πλήγματα της τουρκικής εισβολής. Το αποτέλεσμα αυτών των ενεργειών χαρακτηρίστηκε διεθνώς σαν ένα «οικονομικό θαύμα». Τούτο μάλιστα βοήθησε ώστε η Ε.Ε. να εγκρίνει το 1993 την αίτησή μας για ένταξη (υποβλήθηκε το 1990), παρά το πολιτικό μας πρόβλημα. Χαρακτηριστικό είναι το απόσπασμα από τη Γνωμοδότηση της Επιτροπής: «όσον αφορά την οικονομική πτυχή, αυτή η Γνωμοδότηση κατέδειξε ότι, ενόψει της προόδου που συντελέστηκε μέχρι τώρα αναφορικά με την τελωνειακή ένωση, η υιοθέτηση του κοινοτικού κεκτημένου από την Κύπρο δεν θα παρουσιάσει κανένα ανυπέρβλητο πρόβλημα».

Για να γίνει κατορθωτή η αναστήλωση της οικονομίας και να αντιμετωπιστούν οι ανάγκες των εκτοπισμένων, το δημόσιο χρέος, που ήταν πολύ περιορισμένο μέχρι το 1973, αυξήθηκε, χωρίς να προκαλεί ιδιαίτερη ανησυχία. Όμως η γενικότερη οικονομική κατάσταση απαιτούσε πιο προσεκτικούς χειρισμούς. Τα περιθώρια ανάπτυξης είχαν εξαντληθεί, ενώ οι ενέργειές μας έπρεπε να στοχεύουν προς την εναρμόνιση με το ευρωπαϊκό κεκτημένο. Είναι εδώ που εστιάζεται η αδυναμία μας να πάρουμε έγκαιρα τις σωστές αποφάσεις για αλλαγές. Ενώ από το 1988 όλα ήταν έτοιμα για μια νέα βιομηχανική πολιτική, χάθηκε η ευκαιρία για αναδιάρθρωση του τομέα και δημιουργία των μηχανισμών έρευνας κι ανάπτυξης που προβλέπονταν με αυτή.

Το ίδιο συνέβη και με την εναρμόνιση με την Ε.Ε. (ΕΟΚ). Μια πιο ορθή εκτίμηση της σημασίας της Συμφωνίας Τ.Ε. (1.1.1988), καθώς και μια πιο συστηματική προσπάθεια εφαρμογής των προνοιών της θα οδηγούσε σε μια πιο ομαλή εναρμόνιση της κυπριακής οικονομίας με την ευρωπαϊκή, θα αποσοβούσε τις αρνητικές επιπτώσεις σε ορισμένους τομείς της οικονομίας (γεωργία, βιομηχανία), που παρουσιάστηκαν στη δεκαετία του 1990, θα βοηθούσε στην προώθηση της πολυπόθητης αναδιάρθρωσης της οικονομίας και θα παρείχε αρκετό χρόνο για ομαλή ένταξή της στην ευρωπαϊκή και την παγκόσμια οικονομία.

Δυστυχώς, αυτά δεν έγιναν, με αποτέλεσμα να απολεστεί πολυτιμότατος χρόνος τουλάχιστον δέκα χρόνων για έναρξη ενεργειών για εναρμόνιση με το κοινοτικό κεκτημένο, μάλιστα στο χαρτί, να στριμωχθεί η όλη εργασία σε λίγο χρόνο και να μη γίνει η πραγματική εναρμόνιση για να μπορέσει η οικονομία να ωφεληθεί από την ένταξη.

Η εναρμόνιση έγινε την τελευταία στιγμή (πέρασαν μερικές εκατοντάδες εναρμονιστικά νομοσχέδια από τη Βουλή λίγο πριν από την ένταξη/2004), ενώ είχαμε όλον τον χρόνο, από το 1988, να αρχίσουμε την εναρμόνιση με τις πρόνοιες της Τ.Ε. Το ίδιο ισχύει και με τις τράπεζες, που ουσιαστικά έμειναν ανεξέλεγκτες μέχρι και την κρίση του 2013.

Ανάλογη εικόνα βιώσαμε πριν από την ένταξη της Κύπρου στην ΟΝΕ την 1.1.2008. Για να μπορέσει η οικονομία να επιτύχει τους δείκτες Μάαστριχτ, βασικό προαπαιτούμενο, εφαρμόσαμε πρόγραμμα σύγκλισης απλώς για να περιοριστεί το δημοσιονομικό έλλειμμα και να μειωθεί το δημόσιο χρέος. Η «εξυγίανση» στηρίχθηκε στη φορολογική αμνηστία, τη συνέχιση άμεσων κι έμμεσων φορολογιών και την περικοπή δαπανών σε έργα/σχέδια αναδιάρθρωσης/εξυγίανσης της οικονομίας.

Κι ενώ ήταν ιδιαίτερα επιθυμητή η ένταξη της Κύπρου στη ζώνη του ευρώ/ΟΝΕ, η οικονομία δεν προετοιμάστηκε ώστε να επωφεληθεί από ένα τέτοιο εγχείρημα. Όταν βασικοί μας τομείς αντιμετώπιζαν διαρθρωτικά προβλήματα, πώς η υιοθέτηση του ευρώ θα βοηθούσε στην αύξηση της παραγωγής τους; Ούτε κάναμε αρκετά για να προετοιμάσουμε νέους τομείς, στο πλαίσιο του παλιού οράματος να μετατρέψουμε την Κύπρο σε ένα περιφερειακό και διεθνές οικονομικό κι εμπορικό κέντρο, εκπαιδευτικό, υγείας, υπηρεσιών, τομείς που θα επωφελούνταν από την ύπαρξη ενιαίου νομίσματος. Όπως και στην περίπτωση της ένταξης, έτσι και τώρα δεν ωφεληθήκαμε από το ευνοϊκό «τράνταγμα» που σημείωσε η αλλαγή, γιατί δεν προετοιμαστήκαμε αρκετά.

Εν τω μεταξύ ξεκίνησε η νέα παγκόσμια οικονομική κρίση. Ετόνισα τότε ότι η διαφαινόμενη τάση απόλυτης υπαγωγής της αναπτυξιακής στις ανάγκες της σταθεροποιητικής οικονομικής πολιτικής εγκυμονούσε σοβαρούς κινδύνους για το μέλλον. Οι κυβερνώντες επέμειναν να λύσουν πρώτα το δημοσιονομικό πρόβλημα με την επιβολή περικοπών, φορολογιών κ.λπ. Όταν υπάρχει γενικότερη οικονομική κρίση, δεν ενδείκνυται να αφαιρέσουμε περισσότερη αγοραστική δύναμη από την αγορά. Εάν το 1974 ζητούσαμε από τους μη εκτοπισθέντες να πληρώσουν για τους εκτοπισθέντες, μέχρι σήμερα θα ήμασταν ακόμη στα τσαντίρια.

Αυτά δεν έγιναν και φτάσαμε στην ανάγκη να χρησιμοποιήσουμε την Τρόικα (και τον ELA). Δυστυχώς, η προσέγγιση της Τρόικας είναι μια στατική κι αμφιβόλου αποτελεσματικότητας μέθοδος. Απαιτεί άμεση διόρθωση ανισορροπιών πολλών ετών, χωρίς πρόβλεψη για βελτίωση της παραγωγικής δυναμικότητας κι ανταγωνιστικότητας της οικονομίας.

Όπως ανέφερα τότε, θα ήταν μια καλή προσφορά της μικρής Κύπρου στη διεθνή κοινότητα αν πετυχαίναμε αντί του κλασικού Μνημονίου της Τρόικας, να ετοιμαστεί ένα «αναπτυξιακό Μνημόνιο», που να συνδυάζει τη διόρθωση των ανισορροπιών μαζί με τη μεγέθυνση του ΑΕΠ. Να τύχει επεξεργασίας ένα έκτακτο πρόγραμμα ανάπτυξης, τόσο στον δημόσιο όσο και στον ιδιωτικό τομέα, η χρηματοδότηση του οποίου θα περιληφθεί στο δάνειο και στα άλλα ταμεία της Ε.Ε.

Δυστυχώς, δεχτήκαμε ένα πρωτοφανές, τιμωρητικό για αθώους, Μνημόνιο από την Ε.Ε. Μπορεί η οικονομία να έχει ανακάμψει, τα δημόσια οικονομικά να έχουν καλυτερεύσει κι οι άλλες τράπεζες να απέφυγαν την κατάρρευση, όμως πολύ λίγα πράγματα έγιναν από πλευράς αναδιάρθρωσης κι εξυγίανσης της παραγωγικής δομής, ώστε να τεθεί η οικονομία πάνω σε γερές βάσεις για απρόσκοπτη μελλοντική ανάπτυξη. Ελπίζω κι εύχομαι η διεθνής οικονομία να συνεχίσει την ανοδική της πορεία.

ΔΡ ΙΑΚΩΒΟΣ ΑΡΙΣΤΕΙΔΟΥ
Πρώην Υπουργός,
Πρώην Γενικός Διευθυντής Γραφείου Προγραμματισμού