Με αφορμή τη συμπληρωματική συμφωνία που υπέγραψε ο Υπουργός Οικονομικών και οι συντεχνίες για παροχή μισθολογικών αυξήσεων στον ευρύ δημόσιο τομέα, οι ηγεσίες των Εργοδοτών επιδίδονται σε ένα παιχνίδι κινδυνολογίας, προτάσσοντας τον ισχυρισμό πως οι διεκδικήσεις των μισθωτών θέτουν σε κίνδυνο την ευρωστία των δημοσίων οικονομικών.

Το τυπικό μέρος του όλου ζητήματος λέει ότι η συνδικαλιστική στάση είναι συνεπέστατη, καθώς οι διεκδικήσεις στηρίζονται στη συμφωνία-πλαίσιο που συνήφθη μεταξύ Υπουργού Οικονομικών και συνδικάτων τον περασμένο Ιανουάριο, λαμβανομένου σοβαρά υπ' όψιν πως οι εργαζόμενοι τόσο του ιδιωτικού, όσου και του δημόσιου τομέα, πληρώνουν την τελευταία εξαετία βαρύ τίμημα με περικοπές μισθών και έκτατης εισφοράς για να σωθεί η κυπριακή οικονομία.

Όμως, η ουσία του θέματος έγκειται στο γεγονός ότι οι Εργοδότες ξέχασαν πολύ εύκολα την υπεύθυνη στάση των εργατικών συνδικάτων στην τιτάνεια προσπάθεια αποτροπής της οικονομικής χρεοκοπίας. Μιας χρεοκοπίας, η οποία οφείλεται εν πολλοίς στην πολιτική ανευθυνότητα και στην τραπεζική αδηφαγία, με καθοριστικούς πρωταγωνιστές όσους βρίσκονταν στο πηδάλιο της διακυβέρνησης του τόπου και της διοίκησης της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου κατά την κορύφωση της οικονομικής κρίσης την περίοδο 2012-13.

Αυτές τις πραγματικότητες οφείλουν να τις γνωρίζουν πολύ καλά τόσο οι πολιτικές δυνάμεις, όσο και οι εργοδοτικές οργανώσεις, οι οποίες τον τελευταίο καιρό, εντελώς αψυχολόγητα, επιχειρούν να ενοχοποιήσουν τις συντεχνίες, οι οποίες αγωνίζονται με υπευθυνότητα για τα δικαιώματα των μελών τους και της αιμάσσουσας κοινωνίας ευρύτερα, τα οποία έχουν κατακρεουργηθεί μεσούσης της οικονομικής κρίσης.

Σκόπιμα ή μη, ξεχνούν οι εργοδότες πως οι μισθωτοί συναίνεσαν σε ό,τι τους ζητήθηκε από το κράτος για αντιμετώπιση της κρίσης (π.χ. πάγωμα μισθών - ΑΤΑ, υποχρεωτική εισφορά στο κράτος, αυξήσεις φόρων), ενώ την ίδια στιγμή μεγάλη μερίδα εργοδοτών αρνούνται να καταβάλουν τη δική τους συνεισφορά ύψους €350 ετησίως στα δημόσια ταμεία.

Φαίνεται ότι βολεύει τους Εργοδότες να ξεχνούν πως οι συντεχνίες, αφουγκραζόμενες την κραυγή αγωνίας της τότε Κυβέρνησης, συναίνεσαν στον δανεισμό €238 εκ. από τα Ταμεία Συντάξεως των εργαζομένων σε ΑΤΗΚ, ΑΗΚ και από το αποθεματικό της Αρχής Λιμένων, για να αποτραπεί η οικονομική χρεοκοπία της χώρας. Βεβαίως, δεν πρέπει σε καμία περίπτωση να διαφεύγει το γεγονός ότι εργοδότες, επώνυμοι και μη, φοροδιαφεύγουν ή και εργοδοτούν αδήλωτους, στερώντας από τα δημόσια ταμεία πόρους που συμποσούνται σε αρκετές δεκάδες εκατομμύρια ευρώ.

Όσοι, λοιπόν, με τον έναν ή άλλο τρόπο επιχειρούν να πλήξουν το συνδικαλιστικό κίνημα, ας κάνουν αυτοκριτική. Ειδικότερα σε τούτη τη χρονική συγκυρία της οικονομικής ανάκαμψης, οι Εργοδότες και το κράτος ως Εργοδότης, καλούνται να επιδείξουν σεβασμό στους εργαζόμενους που επωμίσθηκαν το μεγαλύτερο φορτίο της κρίσης, παραχωρώντας τους το μερίδιο που δικαιούνται από τον παραγόμενο πλούτο.

Στο κάτω-κάτω, τα δημόσια οικονομικά θα επιβαρυνθούν ελάχιστα από τις προβλεπόμενες παραχωρήσεις μισθολογικών αυξήσεων σε σχέση με τα δις που στερείται το κράτος από τα φαινόμενα της φοροδιαφυγής, της φοροαποφυγής και της διαπλεκόμενης σχέσης πολιτικών καιροσκόπων και οικονομικών κερδοσκόπων. Σε μια περίοδο όπου οι μισθοί των εργαζομένων έχουν συρρικνωθεί σημαντικά, ενώ η κερδοφορία των πλείστων επιχειρήσεων έχει αυξηθεί, κυρίως στην ξενοδοχειακή βιομηχανία, οι εργαζόμενοι δικαιούνται και χρειάζονται καλύτερους μισθούς και πιο αξιοπρεπείς θέσεις εργασίας.

Η βελτίωση των μισθών των εργαζομένων θα τονώσει παράλληλα τη ζήτηση στην αγορά και θα ενισχύσει περαιτέρω τις επιχειρήσεις και την οικονομία του τόπου. Όσο πιο νωρίς το καταλάβουν οι εργοδότες, τόσο το καλύτερο για την κοινωνία στο σύνολό της.

ΞΕΝΗΣ Χ. ΞΕΝΟΦΩΝΤΟΣ
Δημοσιογράφος