Δημοσιεύτηκε τις προάλλες στον εγχώριο Τύπο η είδηση ότι οι Ρώσοι οι οποίοι διαμένουν στην Κύπρο και έχουν λάβει την κυπριακή ιθαγένεια έχουν ιδρύσει κόμμα, με στόχο την κάθοδό τους αρχικά στις Eυρωεκλογές.

Το γεγονός αυτό καθ’ εαυτό θέτει μετ’ επιτάσεως το μέγιστο ζήτημα της χορήγησης υπηκοοτήτων σε άτομα αλλογενή, τα οποία ουδεμία σχέση έχουν με τον αυτόχθονα Ελληνισμό και είναι αμφίβολη η προσήλωσή τους στα ιδεώδη της κυπριακής κοινωνίας. Το αναφερθέν γεγονός αντικατοπτρίζει την επ’ εσχάτων πολιτική της κυπριακής Κυβέρνησης να χορηγεί υπηκοότητες σε αλλογενείς ως κίνητρο για να επενδύσουν.

Η εν λόγω πολιτική είναι καθ’ όλα απαράδεκτη, αφ’ ενός μεν γιατί καθιστά την κυπριακή υπηκοότητα, ένα, δηλαδή, δομικό στοιχείο της νομικής σύστασης του κυπριακού κράτους, αντικείμενο συναλλαγής, ακυρώνοντας επί της ουσίας τη συνταγματική ρύθμιση περί δικοινοτικότητας, αφ’ ετέρου, δε, γιατί επιτρέπει τη δημιουργία και δράση στην Κύπρο αλλοεθνών κοινοτήτων, οι οποίες επηρεάζουν τη δημογραφία του κυπριακού κράτους και αλλοιώνουν την εθνοτική σύσταση του κυπριακού πληθυσμού. Η ως άνω πολιτική καταδεικνύει ότι το κυπριακό κράτος λειτουργεί ως κράτος-μεταπράτης, αυτό που ο τέως Πρόεδρος Γιώργος Βασιλείου οραματιζόμενος αποκαλούσε ως «Σιγκαπούρη της Μεσογείου».

Ένα κράτος, δηλαδή, Φραγκολεβαντίνων ή στην καλύτερη περίπτωση Φοινίκων εμπόρων χωρίς αρχές και ρίζες και χωρίς ιστορικό βάθος, όπου τα πάντα αποτιμώνται με το μέτρο του χρήματος και όχι με το μέτρο του εθνικού πολιτισμού. Ήτοι ένα κράτος τιμοκρατικό, του οποίου ο προορισμός είναι η προστασία της εθνοτικής ομάδας την οποία εκπροσωπεί. Ως αρχή πρέπει να γίνει δεκτό αυτό που όλες οι σύγχρονες εθνοκοινωνιολογικές μελέτες έχουν καταδείξει, ότι οι λεγόμενες πολυπολιτισμικές, δηλαδή, πολυεθνικές κοινωνίες δεν έχουν κοινωνική συνοχή.

Κατ’ επέκτασιν, οι διάφορες εθνοτικές κοινότητες που τις συναποτελούν διάγουν βίους παράλληλους χωρίς οποιαδήποτε ώσμωση και κοινωνική αλληλεπίδραση, γι’ αυτό, κατά κανόνα, μαστίζονται από διαρκείς συμπλοκές, εθνοτικές συγκρούσεις, βία, γκετοποίηση και γενικά κοινωνική αναταραχή. Επιβεβαιώνουν, δηλαδή, αυτό που έλεγε ο Αριστοτέλης «στασιαστικόν το αλλόφυλο».

Κοντολογίς, η κυπριακή κοινωνία, η οποία τελεί υπό κατοχήν, δεν έχει την πολυτέλεια να υποθάλπει στους κόλπους της οργανωμένες ομάδες αλλοδαπών, οι οποίες θα πολιτεύονται προς ίδιον εθνοτικό ή πολιτικό όφελος. Πάγιος κανόνας, συνεπώς, πρέπει να είναι ότι η κυπριακή υπηκοότητα δεν δίνεται σε αλλογενείς, εκτός εάν αυτοί έχουν προσφέρει εμπράκτως κάτι το εξαιρετικά επωφελές για την κυπριακή κοινωνία. Ως εκ τούτου, οι μαζικές πολιτογραφήσεις πρέπει να αποφεύγονται. Όλες δε οι πολιτογραφήσεις που έχουν γίνει έως τώρα κατά παράβαση του πιο πάνω κανόνα πρέπει να ανακληθούν.

Η ομοιογένεια του κυπριακού Ελληνισμού πρέπει να διαφυλαχθεί, ως προϋπόθεση για την επιβίωσή του, όπως επίσης πρέπει να διαφυλαχθεί και η σχετική συνταγματική διάταξη που ορίζει ως συστατικές κοινότητες του κράτους την ελληνική και την τουρκική.

Συμπερασματικά, η λειτουργία του νεοϊδρυθέντος ρωσικού κόμματος πρέπει να απαγορευθεί, ώστε να μη δημιουργούνται αρνητικά προηγούμενα. Οι υπηκοότητες που έχουν παραχωρηθεί στους πρωτοστατούντες στην ίδρυσή του Ρώσους υπηκόους πρέπει να ανακληθούν και όσοι εξ αυτών διακριβωμένα δεν πληρούν τις προϋποθέσεις νόμιμης διαμονής τους στην Κύπρο πρέπει να απελαθούν.

ΤΗΣ ΝΕΦΕΛΗΣ ΤΟΥΜΠΟΥΖΑ
Για ομάδα Πολιτών της Κύπρου