Για πρώτη φορά έπειτα από 43 χρόνια συνομιλιών για επίλυση του Κυπριακού, Πρόεδρος της Κυπριακής Δημοκρατίας, ο κ. Νίκος Αναστασιάδης, έθεσε στη σωστή του διάσταση, από το πλέον επίσημο βήμα της διεθνούς κοινότητας, αυτό της Γενικής Συνέλευσης του ΟΗΕ, το ζήτημα της ασφάλειας της Κύπρου μετά τη λύση του Κυπριακού. Είπε ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας, ότι το σύστημα ασφάλειας θα πρέπει να στηρίζεται στον Καταστατικό Χάρτη του ΟΗΕ, στις συνθήκες της Ε.Ε. και του Συμβουλίου της Ευρώπης.

Και λέω για πρώτη φορά, γιατί μέχρι τώρα όλες οι προτάσεις της πλευράς μας αναφορικά με την ασφάλεια, αντί να στηρίζονται στις πρόνοιες του διεθνούς δικαίου, στηρίζονταν σε ασαφείς και νεφελώδεις επιθυμίες των εκάστοτε ηγετών μας (αποστρατιωτικοποίηση, διεθνής δύναμη ασφάλειας), που ουδέποτε εφαρμόσθηκαν στην πορεία λειτουργίας του διεθνούς συστήματος. Ας δούμε, όμως, τι προβλέπει το διεθνές δίκαιο αναφορικά με την ασφάλεια των κρατών.

Ο Καταστατικός Χάρτης του ΟΗΕ στο άρθρο 51 παρέχει στα κράτη το δικαίωμα της ατομικής ή συλλογικής αυτοάμυνας σε περίπτωση που υποστούν επίθεση από άλλο κράτος. Η έννοια της ατομικής και συλλογικής αυτοάμυνας, όπως ερμηνεύεται από τους διεθνολόγους, σημαίνει ότι τα κράτη, χρησιμοποιώντας τις δικές τους Ένοπλες Δυνάμεις, μπορούν να υπερασπίζονται την εδαφική ακεραιότητα και την ανεξαρτησία της χώρας τους (ατομική αυτοάμυνα), μπορούν όμως να το κάνουν αυτό και στο πλαίσιο συνεργασίας με άλλες χώρες (συλλογική αυτοάμυνα).

Η νομιμότητα άσκησης της συλλογικής αυτοάμυνας προϋποθέτει ότι το κράτος είτε έχει συνάψει αμυντικές συμφωνίες με άλλες χώρες, οι οποίες -συμφωνίες- κατατίθεται στον ΟΗΕ σύμφωνα με ο άρθρο 102 του Χάρτη, είτε το κράτος γίνεται μέλος ενός συλλογικού συστήματος ασφάλειας (π.χ. ΝΑΤΟ), το καταστατικό του οποίου επίσης κατατίθεται στον ΟΗΕ. Στην περίπτωση που το κράτος υποστεί επίθεση και η χώρα ζητήσει τη βοήθεια των συμμάχων της, τότε ενεργοποιείται η συμφωνία ή το καταστατικό και έχουμε τη συλλογική αυτοάμυνα.

Για να υπάρξει, βέβαια, εθνική ασφάλεια σε ένα κράτος, θα πρέπει το κράτος να έχει Ένοπλες Δυνάμεις για να μπορεί να ασκεί την ατομική ή συλλογική αυτοάμυνα. Η ύπαρξη Ενόπλων Δυνάμεων από τα κράτη-μέλη του ΟΗΕ καθίσταται εμμέσως υποχρεωτική, σύμφωνα με το άρθρο 45 του Καταστατικού Χάρτη, στο οποίο καθορίζεται ότι:

«Για να δώσουν στα Ηνωμένα Έθνη τη δυνατότητα να παίρνουν επειγόντως στρατιωτικά μέτρα, τα μέλη πρέπει να διατηρούν αμέσως διαθέσιμα τμήματα ενόπλων δυνάμεων για συνδυασμένη εξαναγκαστική δράση».

Και τούτο, επειδή η επίτευξη της διεθνούς ασφάλειας και ειρήνης, πέραν των άλλων δράσεων του Οργανισμού, στηρίζεται κυρίως στις στρατιωτικές δυνάμεις, οι οποίες ενεργούν είτε κάτω από το κεφάλαιο 6 (π.χ. ΟΥΝΦΙΚΥΠ), είτε κάτω από το κεφάλαιο 7 (π.χ. Κορέα 1950, Κόλπος 1991 και Λιβύη 2011). Με δεδομένο ότι ο ΟΗΕ δεν είναι ένας υπερεθνικός Οργανισμός με εκτελεστική εξουσία, ώστε να διαθέτει δικές του Ένοπλες Δυνάμεις, προκειμένου να εκπληρώνει τον ρόλο του που είναι η προστασία της διεθνούς ασφάλειας και ειρήνης, δανείζεται στρατιωτικές δυνάμεις από τα κράτη-μέλη.

Εάν η αποστρατιωτικοποίηση των κρατών ήταν στις επιλογές του ΟΗΕ, τότε η κύρια αποστολή του (διεθνής ασφάλεια και ειρήνη) θα ήταν αδύνατο να πραγματοποιηθεί. Αυτός είναι και ο λόγος, που κανένα κράτος στον κόσμο δεν είναι αποστρατιωτικοποιημένο με διεθνή συμφωνία. Στο πολιτικό λεξιλόγιο της διεθνούς κοινότητας, αλλά και στο λεξιλόγιο του διεθνούς δικαίου, υπάρχει ο όρος αποστρατιωτικοποιημένη ζώνη ή αποστρατιωτικοποιημένη περιοχή, δεν υπάρχει, όμως, ο όρος αποστρατιωτικοποιημένο κράτος.

Η Συνθήκη της Λισσαβώνας

Αναφορικά με τη Συνθήκη της Λισσαβώνας, στην οποία αναφέρθηκε επίσης ο Πρόεδρος, στο άρθρο 4 καθορίζεται σαφώς ότι «η Εθνική ασφάλεια των κρατών παραμένει στην ευθύνη κάθε κράτους μέλους», ενώ στο άρθρο 42, παρ. 3 καθορίζεται ότι «τα κράτη δεσμεύονται να βελτιώσουν προοδευτικά τις στρατιωτικές τους δυνατότητες».

Η πρόταση, λοιπόν, της πλευράς μας αναφορικά με το κεφάλαιο της ασφάλειας της Κύπρου, όπως διατυπώθηκε από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, δεν μπορεί να είναι άλλη από την ύπαρξη Ενόπλων Δυνάμεων στο κράτος που θα προκύψει από τη λύση, δηλαδή του Κυπριακού Στρατού. Μιας μεικτής επαγγελματικής δύναμης αποτελούμενης από Ε/κ και Τ/κ σε αναλογία πληθυσμών, η οποία κατ’ ελάχιστον να παρέχει ασφάλεια στο κράτος από τις ασύμμετρες απειλές (τρομοκρατία, λαθρομετανάστευση κ.λπ.), να διασφαλίζει τα κυριαρχικά δικαιώματα της Κυπριακής Δημοκρατίας στη θάλασσα και στον αέρα και να εκπληρώνει τις διεθνείς υποχρεώσεις ( έρευνα - διάσωση, έλεγχος FIR, συμμετοχή στην ευρωπαϊκή ασφάλεια κ.λπ.).

Σε ό,τι αφορά την εξωτερική ασφάλεια της Κύπρου, αυτό δεν είναι ένα θέμα που μπορεί να ρυθμισθεί μέσα από τη συμφωνία λύσης. Είναι θέμα που πρέπει να ρυθμισθεί από το ίδιο το κράτος μετά τη λύση, είτε με την ένταξή του σε ένα συλλογικό σύστημα ασφάλειας (π.χ. ΝΑΤΟ), είτε με αμυντικές συμφωνίες με γειτονικά ή άλλα κράτη.

Επιπλέον, θα πρέπει η πολιτική ηγεσία να γνωρίζει ότι η πρόταση για ασφάλεια της Κύπρου σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στο διεθνές δίκαιο, δηλαδή η ύπαρξη του κυπριακού στρατού, αφαιρεί κάθε επιχείρημα της Τουρκίας για εγγυήσεις και επεμβατικά δικαιώματα, καθώς και για διατήρηση στην Κύπρο τουρκικών στρατευμάτων. Για τον σκοπό αυτό και μέχρι την επανέναρξη των συνομιλιών για λύση του Κυπριακού, θα πρέπει να γίνει η κατάλληλη προεργασία, κύριο στοιχείο της οποίας θα είναι η επανασύσταση του Κυπριακού Στρατού, όπως προβλέπεται άλλωστε και στο Σύνταγμα της Κυπριακής Δημοκρατίας.

ΤΟΥ ΑΝΔΡΕΑ ΠΕΝΤΑΡΑ
Αντιστράτηγος ε.α.