Ανέκαθεν επισημάναμε, ό,τι συνέστησε χρόνια πριν ο Ελύτης: «Αναγκαίο είναι να ανακαλύψουμε (οι νεοέλληνες) το αληθινό πρόσωπο τής Ελλάδας, διότι μέχρι τώρα μας παρουσιαζόταν όπως το είχαν δει οι Ευρωπαίοι»! Ως ποιητής, ιδίως εθνικός, ο Ελύτης, έγκαιρα διέγνωσε ότι οι Ευρωπαίοι την Ελλάδα την «είχαν δει» ατομοκεντρικά, μέσα από τον παραμορφωτικό φακό τής στεγνής ευρωπαϊκής χρησιμοθηρικής νοησιαρχίας τού άκρατου υποκειμενισμού! Ό,τι δηλ. από καταβολών του απεχθανόταν το «κοινωνείν» τού ελληνικού τρόπου τού βίου. Γνώριζε, ακόμα, ότι ομολογούσαν μεγάλοι Ευρωπαίοι ελληνιστές, πως ενώ περί Ελλάδος ήξεραν «τα πάντα», και τα δίδαξαν, ποτέ δεν μπόρεσαν και να την εννοήσουν!
Εκείνο λοιπόν το καίριο που παγίως διαφεύγει, όχι μόνο τών ατομοκεντρικών Ευρωπαίων, αλλά και τών ημέτερων μεταπρατών τους, είναι ό,τι ιδίως ορίζει ως ιδιοπρόσωπο το ελληνικό φαινόμενο στην ιστορία: Την αδιάκοπη εξέλιξη και αναμόρφωση. Ό,τι δηλ. τού έδωσε δυνατότητα να παραγάγει τέσσερεις μεγάλους πολιτισμούς, που επιπροσθέτως ο καθένας τους, ως οργανισμός ζων, να εξελίσσεται, μέχρι ο ίδιος να «γεννήσει» τον επόμενο, όπου γεννάται ανα-μορφωμένος και ο ελληνικός τρόπος... Φαινόμενο που φανερώνεται λ.χ. στο κιονόκρανο Δωρικού κίονα: Η μορφική εξέλιξη που υπέστη, στη διάρκεια ενός μόνο αιώνα, αυτό το αρχιτεκτονικό μέλος, ως να φτάσει στη «μουσική» τελειότητα τού Παρθενώνα (μέσα του πέμπτου, τού χρυσού, αιώνα) είναι μοναδική.
Την ίδια εξέλιξη, ως ζων οργανισμός (στη διαδικασία γένεσης-ακμής-παρακμής), είχε τότε και το ίδιο το πνεύμα τής πόλης. Με πορεία βεβαίως από το αρχέγονο ελληνικό «κοινωνείν», στο «ιδιάζειν» τών σοφιστών, από τους οποίους είχε γεμίσει η Αθήνα: Τον κοινωνούμενο (μετοχής και συμμετοχής) «πολιτικό» βίο, τον αντικατάστησε, ως υποκειμενικός ατομοκεντρισμός, η ιδιωτεία, που αποτελούσε αναίρεση και τού πολιτικού βίου, και τής πόλης.
Στον ίδιο αυτόν αιώνα τών «αλλαγών» έζησε και ο Ευριπίδης! Ενώ όμως οι προγενέστεροί του ποιητές, (Αισχύλος-Σοφοκλής) που πολιτεύθηκαν σε καιρούς κοινωνίας, ύμνησαν τις (αντικειμενικές) αξίες τής πόλης, ο Ευριπίδης έζησε (και εξέφρασε φυσικά) την ιδιωτεία τής άκρατης ατομικότητας, δηλ. την παρακμή τής πόλης. Και βεβαίως την υπέστη, σχεδόν μέχρι τής πλήρους καταστροφής. Οπότε απογοητευμένος την εγκατέλειψε στα 72 χρόνια του, προσφεύγοντας (ως τιμώμενο πρόσωπο!) στον βασιλιά τής Μακεδονίας Αρχέλαο. Όπου, «νοσταλγός» τής ακμής της, επανήλθε στις αξίες (τού ποτέ αντικειμενικού λόγου) τής πόλης του. Ανταμοιβή του; Η συγγραφή τών, απαστράπτοντος καλλιτεχνικού ύφους, κορυφαίων έργων, στα υπόλοιπα δυο χρόνια τού βίου του! Ανάμεσά τους, εμβληματική ηρωίδα, και πρώτη «Ελληνίδα», η Ιφιγένεια εν Αυλίδι.
Το συντριπτικό αυτό γεγονός «επιστροφής» ήταν αδύνατο να εννοήσουν οι ατομοκεντρικοί Ευρωπαίοι. Και είναι φυσικό! Όταν, όμως, οι παρ’ ημίν ευρωχάσκακες «εκσυγχρονιστές» το αγνοούν, τότε το φαινόμενο χρήζει ερμηνείας: Τους είπε η «ελληνιστική» Ευρώπη, ότι ο Ευριπίδης «αμφισβητεί τα πάντα», ακόμα και θεούς!
Και το έκανε: Αμφισβητούσε, ό,τι στην πόλη είχε ορίσει ως αξίες μέχρι τότε, η παράδοση τού αντικειμενικού (όχι υποκειμενικού) λόγου! Εφόσον βέβαια πολιτευόταν στην αχλύ τής πολιτικής παρακμής... Όμως, όταν βρέθηκε μακριά, στη Μακεδονία, η «αποξένωση» υπήρξε συνάμα γενεσιουργός! (Γεγονός συμβολικό βεβαίως). Όταν αυτό το σημαινόμενο, οι παρ’ ημίν Ελληνώνυμοι «εκσυγχρονιστές» αδυνατούν να το δουν, τούτο, λέει ο γράφων, συνιστά παραλυσία. Όταν όμως την παραλυσία αυτή επιμένουν να την διαλαλούν ως «θεατρική παράσταση», στο όνομα μάλιστα τού Ευριπίδη (όπως το ανέκραξαν πρόσφατα στο «Αρχοντικό Αξιοθέας»), τότε το γεγονός συνιστά φαυλότητα!
Δεν είναι πρόθεση τού γράφοντος, θεατρική κριτική, ή αισθητική ανάλυση τής παράστασης. (Παρότι θα ήταν γοητευτικό να σκιαγραφήσει κανείς τα ανθρωπάκια, όσα εμφανίστηκαν να περιφέρονται πάνω στη σκηνή...). Υποχρέωση όμως τού κάθε («φιλοκαλούντος» και «φιλοσοφούντος») πολίτη, είναι να διερωτηθεί το στοιχειώδες. Πού ο Ευριπίδης λέει, πως κάποιος (δαίμονας τάχα;) «κέντρισε» την Ιφιγένεια ξαφνικά, ώστε να εκστομίζει «ελληνάρικες» υστερίες, που είναι προφανές πως δεν τις εννοεί; Όταν λοιπόν κάνει τέτοια παραχάραξη ένας σκηνοθέτης, τότε, λέω εγώ, το γεγονός συνιστά νέα φαυλότητα!
Και όταν ακόμα αποστέλλει τον άγγελό του (το πιο κωμικό, ειρήσθω, ανθρωπάκι από όσα περιφέρθηκαν επί σκηνής) να «λαλεί» πως «μπαγλάρωσαν» με το ζόρι, και το σφάξαν το κορίτσι οι (περίπου) φασίστες, και θα ψεύδονται μάλιστα όσοι μελλοντικά διαδώσουν πως οικειοθελώς πορεύθηκε στον βωμό η Ιφιγένεια, και δεδομένου τέλος ότι αυτό «διέδωσε» ο Ευριπίδης (με συμπέρασμα πως, συν τοις άλλοις, ψεύδεται ο ποιητής!), τότε το γεγονός συνιστά κορυφαία (την τρίτη) φαυλότητα!
Στην παρακμιακή εποχή τού ευδοκιμούντος ατομοκεντρισμού (τού δόγματος «είναι η επιλογή μου») αποτελεί «ανθρώπινο» δικαίωμα να έχει καθένας δική του εκδοχή, για το φαινόμενο «Ιφιγένεια», που ο ελληνικός πολιτισμός παρήγαγε. Έχει τάχα και δικαίωμα να το κάνει αυτό εξ ονόματος τού Ευριπίδη; Ιδού το φαυλεπίφαυλο! Και επιτέλους: Ο ποιητής έγραψε δυο Ιφιγένειες, «εν Αυλίδι» και «εν Ταύροις». Ας έγραφε κι αυτός μια τρίτη: Την «Ιφιγένεια εν φαύλοις»...
ΧΡΙΣΤΟΣ ΦΕΡΑΙΟΣ
Διδάκτωρ του ΕΜΠ




