Η οθόνη κερδίζει τη μάχη. Έρχεται ολοένα και περισσότερο στα σπίτια μας. Και δεν έρχεται απλά και ήσυχα. Εισβάλλει παντού. Στο γραφείο μας, στο αμάξι μας, στον βραχίονά μας. Στους δρόμους, στις λεωφόρους, στις βιτρίνες, στα λεωφορεία, στις πολυκατοικίες, στους ουρανοξύστες, στους ουρανούς, στ’ αστέρια. Η οθόνη κυριαρχεί. Άλλοτε με τη μορφή υπολογιστή, λαπ τοπ, κινητού τηλεφώνου, παιχνιδιού, ρολογιού.
Μια νέα εποχή πια, η οποία άρχισε με την οθόνη της τηλεόρασης και του κινηματογράφου και σιγά σιγά κατέκτησε τον κόσμο με τις χιλιάδες εφαρμογές της. Μέσα από μια οθόνη γίνονται συνδιαλέξεις, επικοινωνίες, μάχες, πόλεμοι. Μέσω μια οθόνης ρίχνονται βόμβες. Μ’ αυτόν τον τρόπο αναχωρούν διαστημόπλοια. Έτσι ελέγχονται τα πλοία. Με τούτον τον τρόπο σπουδάζουν οι άνθρωποι.
Συχνά, μέσω μιας οθόνης ερωτεύονται. Οι οθόνες κυρίευσαν τις τράπεζες, τα σχολεία, τα στρατόπεδα, τις συναυλίες, τις θεατρικές παραστάσεις, τα αεροπλάνα, τα σύννεφα και πιο ψηλά ακόμα, μέχρι και το φεγγάρι... Δεν είναι τίποτ’ άλλο παρά η συνεχής προσπάθεια του ανθρώπου να κατακτήσει ακόμα περισσότερα. Δεν είναι τίποτ’ άλλο παρά το ακούραστο μυαλό του ανθρώπου που αναζητεί ασταμάτητα, που παιδεύεται μέρα νύχτα να οργανώσει τη ζωή του με τον πιο γρήγορο και πρακτικό τρόπο.
Μέχρι στιγμής η οθόνη έχει οργανώσει τα πάντα, σχεδόν. Η ζωή μας όλη βρέθηκε ξαφνικά μέσα σε μια οθόνη, δίπλα από μια οθόνη. Η εικόνα έγινε το πιο άμεσο πράγμα δίπλα από τον άνθρωπο. Και μ’ αυτόν τον τρόπο προχωράμε. Μπορούμε σήμερα να γράψουμε μια επιστολή στο χέρι; Μπορούμε να επικοινωνήσουμε με κάποιον που βρίσκεται δίπλα μας ή στα πέρατα της γης χωρίς τον υπολογιστή και την οθόνη;
Δύσκολο. Με την τεχνολογία και την εικόνα θα πορευτεί ο άνθρωπος για να συνεχίσει τις κατακτήσεις του. Μια ευχή μονάχα: Όση ευαισθησία απέμεινε στις μέρες μας, να μπορέσει να κρατηθεί. Γιατί σπάνια πια το βλέμμα μας έχει χρόνο ή διάθεση να κατευθυνθεί στο βλέμμα του διπλανού μας. Σπάνια φεύγουμε τα μάτια από την οθόνη. Με ευλάβεια σκύβουμε, μικροί μεγάλοι, στη φωτεινή επιφάνεια του κινητού μας τηλεφώνου, στην επιφάνεια της τηλεόρασής μας, του ηλεκτρονικού μας παιχνιδιού.
Τις προάλλες έτυχε να βρεθώ σε μια καφετερία, όπου ένα νέο ζευγάρι βρέθηκε στο διπλανό τραπέζι. Για μια ολόκληρη ώρα αυτοί οι δύο νέοι άνθρωποι δεν αντάλλαξαν ούτε μια κουβέντα. Παρήγγειλαν τον καφέ τους και ύστερα έσκυψαν σιωπηλά ο καθένας στις συσκευές των τηλεφώνων τους γράφοντας, διαβάζοντας, ακούοντας μουσική.
Ο νεαρός κάποια στιγμή ύστερα από μισή ώρα σήκωσε το βλέμμα, κοίταξε την κοπέλα του, η οποία, προφανώς, σκυμμένη στην οθόνη της τίποτα δεν αντιλήφθηκε. Έπειτα από λίγο πλήρωσαν τον λογαριασμό και έφυγαν. Κάπως έτσι η ηλεκτρονική μας ζωή, πιασμένη χέρι με χέρι με τα ηλεκτρονικά μας τσιγάρα και τα ηλεκτρονικά μας όνειρα, προχωρά και φεύγει. Κάποιοι από μας κοιτάζουμε -ακόμα- τον διπλανό μας στα μάτια.
Κάποιοι μιλάμε ο ένας στον άλλο, ακόμα. Συνήθως, όμως, ξεχνιόμαστε. Σιωπηλοί αιχμάλωτοι μιας τεχνολογίας που καλπάζει μέρα με τη μέρα, παραδινόμαστε στο έλεός της. Και χάνουμε στιγμές. Στιγμές που θα μπορούσαν να μας βοηθήσουν να επικοινωνήσουμε περισσότερο και να αγαπήσουμε λίγο ακόμα ο ένας τον άλλο...“Ποιος στ’ αλήθεια είμαι εγώ και πού πάω/με χίλιες δυο εικόνες στο μυαλό/οι προβολείς με στραβώνουν και πάω/και γονατίζω και το αίμα σου φιλώ” (Διονύσης Σαββόπουλος)




