Κατά την πρόσφατη επίσκεψη του Γάλλου Προέδρου στην Ελλάδα υπογράφηκε Μνημόνιο Συνεργασίας από τον Υπουργό Οικονομίας και Ανάπτυξης και τον Διευθύνοντα Σύμβουλο της Γαλλικής Αναπτυξιακής Τράπεζας για την ίδρυση της Ελληνικής Αναπτυξιακής Τράπεζας. Σύμφωνα με τον Υπουργό, η Ελληνική Αναπτυξιακή Τράπεζα θα προσφέρει στην οικονομία νέα χρηματοδοτικά εργαλεία, κυρίως προς τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις, που θα δώσουν ακόμα μεγαλύτερη ώθηση στην ανάπτυξη.
Η εμπειρία της Κύπρου και σ’ αυτόν τον τομέα λέει πολλά. Από τις αρχές της Κυπριακής Δημοκρατίας ιδρύθηκε η Τράπεζα Αναπτύξεως, που είχε σημαντικότατο ρόλο, τόσο πριν όσο και μετά την εισβολή, στην ανάπτυξη κι επαναδραστηριοποίηση της οικονομίας. Με τη διαμόρφωση και χρηματοδότηση αναπτυξιακών ιδεών και έργων συνέβαλε τα μέγιστα στη μετατροπή μιας υπανάπτυκτης μετα-αποικιακής οικονομίας στα χρόνια μετά την Ανεξαρτησία καθώς και στην ταχεία αντιμετώπιση των ερειπίων που άφησε η τουρκική λαίλαπα μετά το 1974. Δυστυχώς, «καταφέραμε» αργότερα η Τράπεζα αυτή να μετατραπεί σε μιαν ακόμη εμπορική τράπεζα. Οι τραγικές συνέπειες από την εμπορικοποίηση του τραπεζιτικού συστήματος είναι γνωστές τόσο για την Κύπρο όσο και για την Ελλάδα.
Ξεχωρίζω το γεγονός αυτό από τα πολλά που σηματοδότησε η επίσκεψη του Γάλλου Προέδρου γιατί το θεωρώ μια καινοτομία στον αναπτυξιακό τομέα, πάρα πολύ σημαντική. Όπως έχω τονίσει κι άλλοτε, η Ελλάδα χρειάζεται μια εύρωστη οικονομία για να αντιμετωπίσει επιτυχώς τους εσωτερικούς κι εξωτερικούς κινδύνους, που την περιβάλλουν. Για τον σκοπό αυτό θα πρέπει να επιστρατεύσει όλες της τις δυνάμεις ξεκινώντας από την ανασύνταξη, αναδιοργάνωση και δραστηριοποίηση όλων των μηχανισμών προγραμματισμού, συντονισμού και παροχής των μέσων, χρηματοδοτικών κι άλλων, για την επίτευξή του.
Όπως έγραφα τότε, «ίσως τα παθήματα της Ελλάδας κι άλλων ευρωπαικών χωρών, περιλαμβανομένης της Κύπρου, γίνουν μαθήματα για μια πιο προγραμματισμένη προσέγγιση στα θέματα οικονομικής ανάπτυξης στο μέλλον τόσο από κάθε χώρα-μέλος όσο κι από την Ε.Ε. Η εναπόθεση της ευημερίας του λαού στα χέρια της αγοράς, έστω κι αν τίθενται κατά καιρούς κανόνες στη λειτουργία της, μοιάζει με τυχερά παιχνίδια, κάποιος κερδίζει κάποιος χάνει, ενώ στο τέλος τη "νύμφη" πληρώνει ο πολύς κόσμος».
Μιά άλλη διαρθρωτική καινοτομία, που στο παρελθόν είχε καλλιεργήσει πολύ επιτυχώς η Γαλλία στην προσπάθειά της να ορθοποδήσει από τα δεινά του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, ήταν η ίδρυση του Commissariat General du Plan, ενός συστήματος κεντρικού ενδεικτικού προγραμματισμού. Σχεδόν αμέσως μετά την ανακήρυξη της Κυπριακής Δημοκρατίας, ο πρωτοπόρος Υπουργός Οικονομικών μ. Ρένος Σολομίδης κατάφερε να δημιουργήσει ανάλογο μηχανισμό στην Κύπρο, τον Μηχανισμό Προγραμματισμού.
Δυστυχώς και στις δυο περιπτώσεις υπήρξαν τέτοιες δυνάμεις που καταπολέμησαν την όλην ιδέα και κατάφεραν να την εξουδετερώσουν. Κι όμως το να πολιτεύεται κάποιος με σύνεση και να προγραμματίζει, έστω κι ενδεικτικά, τα επόμενα βήματά του δεν καταστρατηγεί τους κανόνες της ελεύθερης αγοράς. Απεναντίας τους διορθώνει και τους ενισχύει. Είναι η ίδια η ανεξέλεγκτη αγορά που προκαλεί τις κρίσεις της. Η συζήτηση που γίνεται τελευταία για ίδρυση Υφυπουργείου Συντονισμού στην Κύπρο μπορεί να οδηγήσει στην ανασύσταση ενός τέτοιου μηχανισμού.
Από το 1959 δοκιμάστηκε η εισαγωγή του προγραμματισμού ανάπτυξης και στην Ελλάδα με την ίδρυση του Κέντρου Προγραμματισμού και Οικονομικών Μελετών. Μάλιστα κλήθηκε από τον ίδιο τον Κ. Καραμανλή ο Α. Παπανδρέου να αναλάβει τη διεύθυνσή του. Εάν ο μηχανισμός αυτός είχε καθιερωθεί, όχι μόνο για τη μελέτη οικονομικών θεμάτων αλλά και για την εφαρμογή ορθής οικονομικής κι αναπτυξιακής πολιτικής, η Ελλάδα θα περνούσε σχετικά ανώδυνα μέσα από τα πολλά οικονομικά αδιέξοδα στα οποία αλόγιστες κι ανερμάτιστες κομματικές πολιτικές την οδήγησαν τα τελευταία πενήντα τόσα χρόνια.
Η τελευταία απόφαση στην Ε.Ε. για διευθέτηση του οικονομικού προβλήματος της Ελλάδας είναι μια ευκαιρία να επανέλθει η χώρα στην προγραμματισμένη ανάπτυξη και διαχείριση της οικονομίας. Όλες οι υποχρεώσεις που ανέλαβε, που θα πρέπει να γίνουν σεβαστές, θα πρέπει να ενταχθούν σε ένα Έκτακτο Σχέδιο Επαναδραστηριοποίησης/Ανασυγκρότησης, το οποίο μπορεί πολύ σύντομα να ετοιμάσει το ΚΕΠΕ και να χρηματοδοτηθεί από ευρωπαϊκά προγράμματα.
Είναι πολύ σημαντικό τα επιμέρους κεφάλαια του Σχεδίου να τεθούν υπόψη των οργανωμένων επαγγελματικών ομάδων του ιδιωτικού τομέα για τις απόψεις τους.
Δυστυχώς, αν και πέρασαν πολλές δεκαετίες από την ίδρυσή του, το ΚΕΠΕ δεν αξιοποιήθηκε συστηματικά προς τον πιο πάνω σκοπό. Παρόλες τις σοβαρές επιτυχίες του σε άλλους τομείς, της οικονομικής έρευνας, της επιστημονικής μελέτης των οικονομικών προβλημάτων της Ελλάδας, της συνεργασίας με άλλα επιστημονικά ιδρύματα, της εκπαίδευσης κι εξειδίκευσης συνεργατών κ.ά., οι αρμοδιότητες που προστέθηκαν από το 1964 (κατάρτιση σχεδίων βραχυχρονίων, μεσοχρονίων και μακροχρονίων προγραμμάτων ανάπτυξης) δεν αξιοποιήθηκαν από τις εκάστοτε Κυβερνήσεις. Μάλιστα, ορισμένοι μιλούν για το «τέλος εποχής» του ΚΕΠΕ.
Κι όμως, επαναλαμβάνω, είναι μέσα από την ανάπτυξη της οικονομίας που μπορεί να επέλθει σε σύντομο χρονικό διάστημα η έξοδος από τα σημερινά αδιέξοδα. Η άνοδος του ΑΕΠ κι η μείωση της ανεργίας θα φέρουν και έσοδα στο κράτος και θα εφοδιάσουν τον κόσμο με υπομονή να αντέξει. Με ένα Τριετές Έκτακτο Σχέδιο Δράσης π.χ. θα μπορούσαν να κινητοποιηθούν συντονισμένα όλες οι δημόσιες και ιδιωτικές παραγωγικές δυνάμεις (Υπουργεία, Δημόσιοι Οργανισμοί, Ιδιωτικός Τομέας-μεγαλοεπιχειρηματίες, εφοπλιστές, απόδημοι επιχειρηματίες) να προχωρήσουν σε επενδύσεις με τη συμπαράσταση της Κυβέρνησης. Ακόμη κι η κατάργηση της γραφειοκρατίας θα ήταν ικανό κίνητρο για αύξηση των επενδύσεων.
ΔΡ ΙΑΚΩΒΟΣ ΑΡΙΣΤΕΙΔΟΥ
Πρώην Υπουργός,
Πρώην Γενικός Διευθυντής Γραφείου Προγραμματισμού
www.iacovosaristidou.com




