Αναφέρεται ο γράφων στον έκτο π.Χ. αιώνα, όπως και στον έκτο μ.Χ. όμως αιώνα, ως τους δυο αιώνες, που σηματοδοτούν την διασάφηση ως περιεχομένου, και την αποκρυστάλλωσή τους ως μορφή, δυο από τους πολιτισμούς, που το (κατά Ισοκράτη), «τών Ελλήνων γένος» παρήγαγε. Γέννημα δηλ. «ελληνικού τρόπου», και ύπαρξης αλλά και συν-ύπαρξης, κοινωνικής κατά Ηράκλειτον βεβαίως. Πρόκειται για δυο ελληνικούς πολιτισμούς, τον Κλασικό και τον (καλούμενο) Βυζαντινό, που σηματοδότησαν την πρώτη χιλιετία προ Χριστού ο πρώτος, και την πρώτη χιλιετία μετά Χριστόν ο δεύτερος.

Είναι βέβαια γνωστό ότι η υπέρλαμπρη εμφάνιση τού Ομήρου τον όγδοο π.Χ. αιώνα, υπήρξε στην πραγματικότητα προάγγελος γένεσης νέου, τρίτου ειρήσθω, ελληνικού πολιτισμού, τού Κλασικού. Σύνθεση βεβαίως τών δυο προηγηθέντων, Μινωικού-Μυκηναϊκού, δεδομένου ότι εκείνοι είχαν βεβαίως συμπληρώσει, αν επιτρέπεται η έκφραση, τον «κύκλο τους» επιτυχώς. Όμως είναι δυο αιώνες μετά τον Όμηρο, τον έκτο αιώνα, που έλαβε συμβολική μορφή, εκφραστική τού πνεύματος που τον συνείχε, ο Κλασικός πολιτισμός. Γεγονός σημαντικό, καθώς η «αισθητική έκφραση» υπήρξε ανέκαθεν αίτημα θεμελιακό τού χαρακτήρα, κάθε ελληνικού πολιτισμού: Η ιδιοπροσωπία του!

Άλλωστε ο Παρμενίδης το είπε: «Οι θεωρίες τών Ελλήνων ήσαν πάντα ευκυκλείς». Γι’ αυτό δε το «ευκυκλές», είναι που ο εκάστοτε ο συμβολισμός τής ελληνικής φιλοσοφίας εκφράζεται με ένα έργο εικαστικής τέχνης. Ακριβέστερα έργο τής αρχιτεκτονικής, κατά κανόνα ένα ναό, με κορυφαίο παράδειγμα τον Παρθενώνα!

Είναι δε και αναμφισβήτητο ότι τον έκτο αυτόν π.Χ. αιώνα, είναι που ολοκληρώθηκε μορφολογικά, η μετάβαση από την αρχαία ξύλινη οικία στο λίθινο «μέγαρο» και ο πρόστυλος ναός, και ακολούθως αποκρυσταλλώθηκε ως τύπος, ο περίπτερος ναός τών Ελλήνων. Τού οποίου βέβαια η συνεχής μορφική επεξεργασία (επεξεργασία μέχρι τού ιδεατού «αληθούς») τον οδήγησε στην ύψιστη τελειότητα τού Πέμπτου Αιώνα, έκφραση και κορυφαίος συμβολισμός τής οποίας υπήρξε φυσικά ο Παρθενώνας.

Με αντίστοιχο τρόπο έδρασε στον άλλο, τον μ.Χ. ελληνικό πολιτισμό, τον Βυζαντινό, ο έκτος επίσης αιώνας. Προηγήθηκαν πάλι κατά δυο αιώνες οι Καππαδόκες Πατέρες (με τον μελίρρυτο «ποιητικό» λόγο τού Χρυσοστόμου) ως προάγγελος ξανά ελληνικού (τέταρτου) πολιτισμού τού «Βυζαντινού». Και πάλι η αρχιτεκτονική είναι που κλήθηκε να συμβολίσει στην ύλη, ό,τι καινό κόμιζε ως πνεύμα ο αναμορφωμένος αυτός πολιτισμός. Που δεν ήταν άλλο από το άγγελμα ότι τώρα, «κοινωνία» (το άλλοτε «αίτημα» τού Ηρακλείτου) δεν είναι πια εκείνη τής πόλης, αλλά είναι, κοινωνία πάλι, όμως κοινωνία τής κοσμόπολης! Κοσμοπολιτείας δηλ. λαών. Τους οποίους ενώνει, όχι πια το «κοινό γένος», παρά η άνωθεν (η «εξ ύψους») κοινωνία τού θείου σώματος! («...ίνα ώσιν εν καθώς ημείς εν εσμέν...». Ιωάννης, 17, 22)

Και πάλι η Αρχιτεκτονική είναι που κλήθηκε να εκφράσει με έργο της το νέο αυτό πνεύμα. Μέχρι τότε φυσικά κυρίαρχο εκφραστικό μέσο τού υψηλόφρονα χαρακτήρα του νέου πνεύματος τής εποχής (τού Χριστιανικού) ήταν για την Αρχιτεκτονική, αναμορφωμένη η παλαιά Ρωμαϊκή Βασιλική. Αλλά παρ' όλη τη, σημαντική βεβαίως, αναμόρφωσή της, ενωρίς φάνηκε ότι η Βασιλική, εκτός μόνο από την έξαρση τού βάθους (με την τοποθέτηση εκεί και της κόγχης τού Ι. Βήματος), δεν είχε τη δυνατότητα να εκφράσει, ό,τι μεγαλόφρον ηθικά, και υψηλόφρον αισθητικά, κόμιζε το νέο εκείνο πνεύμα! Και κυρίως το αισθητικό ύψος, κυρίαρχο όμως αίτημα τού Υψηλού, ως φρονήματος τής Χριστιανικής Ιδέας (Όχι ιδεολογίας).

Γι’ αυτό, και θεωρώντας ότι ολοκληρώθηκε ο κύκλος προσφοράς τής Βασιλικής, στράφηκε η Αρχιτεκτονική στην αναζήτηση νέας δόκιμης μορφής. Και κυρίως στράφηκε στα περίκεντρα κτήρια (βαπτιστήρια κ.λπ) με τον ημισφαιρικό θόλο, δηλ. τον τρούλο! Από το σημείο αυτό είναι που ανέτειλε η θριαμβική πορεία τής Βυζαντινή Αρχιτεκτονικής. Όπως, άλλοτε, τον τότε έκτο αιώνα, είχε αρχίσει η θριαμβική πορεία τής Κλασικής Αρχιτεκτονικής.

Αυτήν τη θριαμβική πορεία, σηματοδότησε στις αρχές τού έκτου εκείνου αιώνα, η δημιουργία τής μεγαλοφυούς Αγια-Σοφιάς. Μεγαλοφυής δεν είναι βέβαια η υιοθεσία απλώς από τους Ανθέμιο και Ισίδωρο, τού άλλωστε ήδη γνωστού τρούλου τών περίκεντρων κτηρίων. Μεγαλοφυής ήταν ο συνδυασμός τής έκφρασης τού δυναμισμού τών δρομικών βασιλικών, με την ηρεμία τού τρούλου τών περίκεντρων, αφενός, αλλά και τής υποβλητικής ικανότητας τών πλάγιων κλιτών αφετέρου.

Το δρομικό στοιχείο το πέτυχαν οι αρχιτέκτονες τού ναού με την προσθήκη ανατολικά και δυτικά τού τρούλου δυο τεταρτοσφαιρίων. Και η προσθήκη ακολούθως πλάγιων διαμερισμάτων (τών άλλοτε πλάγιων κλιτών) δημιούργησε ό,τι είναι αίτημα υποβολής τού Υψηλού: Το αίσθημα δηλ. τού «ενιαίου χώρου»! Με τον τρούλο φυσικά να συμβολίζει, αλλά κυρίως να εκφράζει, με «ποιητικό» τρόπο, το κυρίαρχο αίσθημα τού Υψηλού! Ό,τι δηλ. συνέχει ως «φιλοσοφία» τον νέο ελληνικό πολιτισμό: Την εξ ύψους πια κοινωνία. Θεία, και ανθρώπινη...

Αυτό είναι λοιπόν, ό,τι ονομάζεται από τον γράφοντα, «ελληνικός τρόπος».

ΧΑΡΗΣ ΦΕΡΑΙΟΣ
Διδάκτωρ του ΕΜΠ