Κοίτα να δεις παλληκάρι μου, το καλό που σου θέλω, μάζευ'τα και δρόμο, χτες! Κρόσια πια τα νεύρα μας, τα βλέπεις δηλαδή ν’ αντέχουν και δεν λες να ξεκουμπίζεσαι; Πού να πας δεν ξέρω, στα τσακίδια, τα κομμάτια, τον αγύριστο, συγγνώμη κιόλας, στα ’χω χιλιοευχηθεί, το ρεπερτόριο εξαντλήθηκε. Τώρα που το σκέφτομαι, εκείνο το «έξω από δω», πώς το βρίσκεις σαν ιδέα; Σκέψου το και σου κάνουμε τα έξοδα του ταξιδιού, αλέ σκέτο, βέβαια, αστειεύεσαι; Άντε γιατί φέτος, ξεπέρασες και τον πιο μαύρο εαυτό σου. Εντάξει, χρόνια και χρόνια μια απ’ τα ίδια, η ίδια έκδοση «επηυξημένη και βελτιωμένη». Εσύ δεν είσαι πια «καλοκαίρι», συμφορά που μας βγάζει θρασύτατα τη γλώσσα, είσαι. Πυρκαγιές, φονικά, δυστυχήματα, πνιγμοί, «ένεκα ο καύσων», λέει, που μας σμπαραλιάζει τα νεύρα. Αλλά, όχι κι έτσι.
Κατέφθασες μ’ εκείνο τον γλυκούλη, όπως τον ξέραμε, τον Ιούνη, αγνώριστο, μνήμη μας έμεινε εκείνη η τρυφερή σκιά του. Αντ’ αυτής αγριεμένο κύμα σαραντάρια, υγρασία, άπνοια, κι ύστερα τρελλοαέρηδες, που -συγγνώμη αν κάνω λάθος, που δεν κάνω- δεν είχαμε ματαδεί, οχτάρια μποφόρ στη Λευκωσία, έλα Παναγία μου! Κι άσε μας εμάς. Εδώ αναστέναξε ολάκερος ο πλανήτης. Αλλού πλημμύρες θανατηφόρες, αλλού στέγνα μέχρι θανάτου λογικών και αλόγων, τυφώνες, καραμπόλες, σεισμοί, λιμοί, καταποντισμοί, πλούσια τα ελέη!
Δεν τα ’φτανε, βλέπεις, τα ελληνικά τα νησάκια το προσφυγικό κι η αδεκαρία, κάψτε να κάψουμε, δάση χιλιόχρονα, απάτητα, ανάσα για τον άνθρωπο, πάνε. Να τρέχουν σμήνη ώς τη θάλασσα να σωθούν και να κλάψουν το βιος τους. Κι από θανατικά μη ρωτάς, πολύ που σε κόφτει, αθώοι θύματα αρρωστημένων μαστουρωμένων να τους ξεπαστρεύουν μαζικά στ’ όνομα ενός Θεού. Έγκλημά τους; Είχαν την ευλογία την… ασυγχώρητη για κάποιους να μπορούν να χαρούν λίγες διακοπές.
Α, και μέσα σ’ αυτόν τον ορυμαγδό καπάκι οι εκλείψεις, αυτές τα προκαλούν όλα, λένε οι… αστρολόγες, υπομονή, σε κάνα τρίμηνο θα φτιάξουν τα πράματα, λέει. Κι εσύ εδώ, κολλιτσίδα, ξεψυχάς δεν ξεψυχάς, δεν λες να του δίνεις να πάρουμε καμιάν ανάσα. Άντε, λοιπόν, ξεκόλλα, μάζευε τις υγρές μαρτυρικές νύχτες σου και τις καυτές ατέλειωτες μέρες σου πριν πάρει δρόμο η ψυχή η δική μας. Την βγάλαμε κουτσά-στραβά ώς τώρα. Γιατί δεν σκεφτόμασταν να πηγαίναμε κάπου; Πού και πώς; Με την τσέπη να ζει μαύρες ερημιές από τις είκοσι του μηνός, μη σου πω και νωρίτερα;
Να πνίγεσαι, να χαζεύεις την TV, τόσες ομορφιές, τόσες θάλασσες, να παθαίνεις παράκρουση πως θα βραχείς, τόση λαχτάρα. Νύχτα να ξυπνάς στην ιδιωτική πισίνα σου που αχνίζει απ’ τον ιδρώτα και από την υγρασία. Ε, τώρα γίνεσαι και σαδιστής, ανεμιστήρα, κλιματισμό; Να σου τον στείλω τον λογαριασμό να δεις δροσιά;
Τέλος πάντων, όσοι νογάνε απ’ αυτά νογάνε κι εσύ δεν είσαι απ’ αυτούς. Άντε, λοιπόν, και ώρα σου… μην πω και κολαστώ. Κι άμα θα ξανάρθεις, έτσι να συγχωρεθούν τα πεθαμένα σου πριν συγχωρεθούμε εμείς, πέτα κατιτίς απ’ τα βαρίδια σου, φτάνει πια κάθε χρόνο και χειρότερα. Το εμπεδώσαμε, πως χωρίς συμφορές δεν το ’χεις σε καλό να μας έρθεις. Χρόνο με τον χρόνο παίζεις με τα όριά μας. Όλο και πιο ψηλά ο πήχης, τραβάμε μια κι άλλη μια να τα… πηδήξουμε όσα μας φιλοδωρείς, μην έχουμε και κανένα απρόοπτο. Καταλαβαινόμαστε, έτσι; Άντε μπράβο! Άντε…




