Ίσως μακρηγορήσαμε, εντοπίσαμε όμως το καίριο: Πως κεντρική αρετή τού ελληνικού κόσμου υπήρξε ανέκαθεν η ικανότητα, όχι απλώς να υιοθετεί ό,τι ίσως φαίνεται «ξένο», αληθές εντούτοις, αλλά και να το αναμορφώνει έτσι που να το κάνει σύμφωνο με ό,τι αποτελεί δικό του «τρόπο»: Αναμόρφωσε, όταν το αποδέχτηκε ως αληθές, το Μινωικό, που εκ πρώτης όψεως ήτανε «ξένο», και από σύνθεση τών δύο, γεννήθηκε τρίτο, ο Κλασικός πολιτισμός! Το ανάλογο λοιπόν έγινε, όπως προείπαμε, στις αρχές τής πρώτης μ.Χ. χιλιετίας: «Άκουσε» ο ελληνικός κόσμος το άγγελμα* τού Χριστού για τον «νέο τρόπο αναζήτησης τής αλήθειας», τον έκρινε ως αληθή και τον υιοθέτησε!

Μετά την «υιοθεσία» εκείνη, περιήλθε ξανά στη γνώριμή του συλλογή, σιωπώντας πάλι για τρεις αιώνες, ώσπου με την έλευση και τών μεγάλων Ελλήνων φιλοσόφων-Πατέρων (Βασιλείου, Γρηγορίων, -Νύσσης και Ναζιανζού- και Χρυσόστομου) στις αρχές τού τέταρτου αιώνα, προέκυψε από σύνθεση με την ελληνική φιλοσοφία, ως νέα πρότασή του, εκείνος ο Χριστιανισμός! (Ο οποίος, ειρήσθω, υπήρξε έκτοτε ελληνική υπόθεση ως Ορθοδοξία...) Από το κοσμοϊστορικό εκείνο γεγονός γεννήθηκε λοιπόν και τέταρτος ελληνικός πολιτισμός, τής Ρωμανικής κοσμοπολιτείας, ο (καλούμενος) Βυζαντινός.

Ένας πολιτισμός φυσικά που ως δημιούργημα ελληνικού τρόπου, και παρότι ενταγμένος στην διαλεκτικά αντίθετη κατηγορία τών Κλασικών χρόνων (τού Ωραίου) σ’ εκείνη τού (κατά Λογγίνον) Υψηλού, διατήρησε στην έκφρασή του ακμαίο, ό,τι χαρακτήριζε ως ιδιοπροσωπία τον ελληνικό κόσμο! Με κυρίαρχο, εκτός από το ελληνικό βεβαίως αίσθημα τού μέτρου, το δυαδικό Ιονικού-Δωρικού στοιχείου. Με μόνη διαφορά, ότι στον «Βυζαντινό» πολιτισμό δεν συνυπάρχουν, όπως στον Κλασικό, αλλά εξελίσσονται σταδιακά ως ύφος: Από το Δωρικό τής Αγια-Σοφιάς, στο Ιωνικό τής Καπνικαρέας και τής Γοργοεπηκόου!

Και αυτό είναι το «πολύ σημαντικό» στο βιβλίο τού Σιερεπεκλή που στην αρχή αναφέραμε: Ότι με τη διαισθητική διάνοια τού καλλιτέχνη ο συγγραφέας τών «φρυκτωριών» διέγνωσε την εσωτερική σχέση τών δυο ελληνικών πολιτισμών, στη φράση του για «το άυλο μυστικό νήμα που συνδέει» τον Παρθενώνα, με την Αγια-Σοφιά! Μένει λοιπόν να δούμε και τι συνδέει τις δυο αυτές «φρυκτωρίες», με τη ξυλόστεγη αρχιτεκτονική τής Κύπρου:

Διακρίνονται στην ιστορία τής τέχνης ξεχωριστές, η «μεγάλη τέχνη» και «λαϊκή». Η μεγάλη αποτελεί την έκφραση τού πνεύματος μιας εποχής. Η λαϊκή τέχνη αντίθετα, αποτελεί την έκφραση τού πνεύματος ενός τόπου. Εμφανίζεται η λαϊκή τέχνη άλλοτε πριν από τη μεγάλη και αποτελεί τον πρόδρομό της. Όταν δηλ. ο πολιτισμός ενός λαού ωριμάσει, έρχεται η μεγάλη τέχνη, ως εσώτερη κοινωνική ανάγκη να τον εκφράσει με το έργο της, τού οποίου η μορφή είναι η εξέλιξη τών μορφών τής λαϊκής τέχνης που προηγήθηκε. Άλλοτε πάλι έπεται τής μεγάλης τέχνης, την οποία όμως συντηρεί, αναπλάθοντας μορφικά τα στοιχεία της.

Ειδικά στον ελληνικό κόσμο, η λαϊκή τέχνη εμφανίζεται και στις δυο μορφές της, έτσι που μαζί με τη μεγάλη να δημιουργούν μια διαλεκτική εξέλιξη μοναδική στην ιστορία τού πολιτισμού. Τι άλλο είναι η κλασική τέχνη τής αρχαίας Ελλάδας, αν όχι σταδιακή εξέλιξη τής τέχνης τού λαού που προηγήθηκε; Δεν είναι η μορφή τού Παρθενώνα, μεταφερμένη στην πέτρα, η μορφή τού ξύλινου Μεγάρου, που κι αυτό ήταν η εξέλιξη τής λαϊκής οικίας τών Ελλήνων; Και τι άλλο είναι η λαϊκή αρχιτεκτονική τής Μακεδονίας, αν όχι συντήρηση τής μεγάλης τέχνης τού Βυζαντίου που προηγήθηκε; Είναι σημαντική η «αποστολή» τής λαϊκής τέχνης και κατά τούτο: Ότι συντηρεί τα στοιχεία τού μεγάλου πολιτισμού (που ολοκλήρωσε τον κύκλο τής προσφοράς του) ως να ωριμάσει για τη γένεσή του ο επόμενος πολιτισμός. Η λαϊκή τέχνη δηλ. καλείται και να διαφυλάξει «εν υπνώσει» ό,τι δεν μπορεί, λόγω τής «κόπωσης» πια, να εκφράσει η μεγάλη τέχνη.

Την εν λόγω αποστολή, στον ελληνικό κόσμο, είναι που ανέλαβε η Κύπρος στο τέλος τού 13ου αιώνα και εντεύθεν, με την, όπως την απεκάλεσε ο γράφων, «ξυλόστεγη φραγκοβυζαντινή αρχιτεκτονική». Και μάλιστα με διπλό ρόλο: Τόσο τής συντήρησης τού βυζαντινού ύφους τής εποχής, όσο και τής δικαίωσης τής ελληνικής αρετής, να θεωρεί ως εθνικό το αληθές, κι ας είναι «ξένο» προς τον δικό τρόπο, αναμορφώνοντάς το βέβαια στο δικό του ύφος. Ρόλο που τον χειρίστηκε αριστοτεχνικά, και μέχρι «τέλους» (με την έννοια τής τελείωσης) ο Κύπριος λαϊκός, που ήταν συνάμα και βυζαντινός κοσμοπολίτης.

Είναι δε η ξυλόστεγη αυτή φραγκοβυζαντινή αρχιτεκτονική τής Κύπρου, η τρίτη «φρυκτωρία» τού ελληνικού κόσμου, που διαισθητικά, πλην ορθότατα λέει ο γράφων, ως καλλιτέχνης διείδε συνδεόμενη με τις δυο πρώτες, ο Ζήνων Σιερεπεκλής. Εύγε!

ΧΑΡΗΣ ΦΕΡΑΙΟΣ
Διδάκτωρ τού ΕΜΠ

Σημείωση: Άγγελμα, και όχι βέβαια ηθικός κώδικας! Εξ ου και στην ελληνική γλώσσα, η διδασκαλία τού Χριστού ονομάζεται «ευ-αγγέλιο»...