Οι αρνητικές εξελίξεις στο Κυπριακό με την κατάρρευση της διαδικασίας στο Κραν Μοντανά, που ήταν το αποκορύφωμα μιας πορείας διολισθήσεων στους τελευταίους 10 μήνες, υποχρεώνουν να επαναλαμβάνονται αυτονόητα πράγματα. Η προσπάθεια κατάληξης σε αμοιβαία αποδεκτή λύση στο Κυπριακό απέτυχε, αλλά είναι ολοφάνερο ότι καμιά από τις εμπλεκόμενες πλευρές δεν επιθυμεί ή δεν διεκδικεί την πατρότητα της αποτυχίας και ούτε αναλαμβάνει την όποιαν ευθύνη. Ταυτόχρονα αποκορυφώθηκε το άγονο παιχνίδι επίρριψης ευθυνών.

Η δική μας πλευρά ρίχνει την ευθύνη στην τούρκικη αδιαλλαξία, η οποία επέμενε στη συνέχιση εγγυήσεων, επεμβατικών δικαιωμάτων και παραμονή κατοχικών στρατευμάτων. Η άλλη πλευρά αντίστοιχα μιλά για τις δικές μας ευθύνες γιατί διατυπώσαμε θέσεις εκτός του καθορισθέντος πλαισίου του Γ.Γ. του ΟΗΕ. Ποιος λέει, όμως, την αλήθεια; Είναι δύσκολο να καταγραφεί η αλήθεια, για τον απλούστατο λόγο ότι δεν υπάρχει έστω και η στοιχειώδης διαφάνεια στα τεκταινόμενα, κάτι που ίσως να ήταν αρνητικό και ίσως μη βοηθητικό, σύμφωνα με αξιωματούχο του ΟΗΕ.

Η κάθε πλευρά από τότε επαναλαμβάνει το δικό της αφήγημα κι αν ο οποιοσδήποτε προσπαθήσει να αμφισβητήσει κάτι ή να αρθρώσει αντίθετο πολιτικό λόγο, αμέσως θα βρεθεί κατηγορούμενος ότι «δίνει όπλα στους αντιπάλους» ή ακόμα χειρότερα «απενοχοποιεί την άλλη πλευρά». Τα εκατέρωθεν αφηγήματα οικοδομούνται και στηρίζονται από την κάθε εμπλεκόμενη πλευρά στις επιλεκτικές διαρροές που η καθεμιά κάνει, εκμεταλλευόμενη την πλήρως αδιαφανή διαδικασία που ακολουθήθηκε.

Στη διαμορφωθείσα λοιπόν κατάσταση παρατηρείται ότι όχι μόνο ο απλός πολίτης, αλλά ούτε ακόμα και ο μέσος πολίτης, ακόμα και άτομα που ασχολούνται πιο επιστάμενα με τις εξελίξεις στο Κυπριακό καταβάλλουν προσπάθειες να αντιληφθούν ή και να κατανοήσουν τι πραγματικά έγινε στο Κραν Μοντανά και τα παρασκήνιά του, είτε διαβάζοντας πίσω από τις γραμμές των επιλεκτικών διαρροών αμφότερων των πλευρών, είτε από δηλώσεις, απαντήσεις ή και μη απαντήσεις καμιά φορά σε δημοσιογραφικά ερωτήματα που υποβάλλονται σε αξιωματούχους του ΟΗΕ και της Ε.Ε. που παρευρίσκονταν στη Διάσκεψη.

Η διαιωνιζόμενη συσκότιση γύρω από τα τεκταινόμενα στους τελευταίους 10 μήνες αναφορικά με το Κυπριακό δίνει τη δυνατότητα στη δική μας πλευρά, τουλάχιστον στον Πρόεδρο της Δημοκρατίας και τον Συναγερμό, να ασκούν πολιτική στο Κυπριακό κατά το δοκούν, στοχεύοντας στην εξυπηρέτηση προεκλογικών σκοπιμοτήτων και συσπείρωσης ακροδεξιών και εθνικιστικών φυγόκεντρων δυνάμεών τους. Μια επαναλαμβανόμενη διαχρονική τακτική από πλευράς Συναγερμού να ξεπουλά χάριν της εξουσίας όχι μόνο την όποια προοπτική λύσης, αλλά ακόμα και αυτό το ίδιο όραμα για επανένωση της Κύπρου.

Το αφήγημα Αναστασιάδη, όπως προαναφέρθηκε, επιμένει ότι αιτία της κατάρρευσης ήταν η εμμονή της Τουρκίας στη συνέχιση των εγγυήσεων, των επεμβατικών δικαιωμάτων και τη διατήρηση του κατοχικού στρατού. Γι’ αυτό λοιπόν και ορθά αντέδρασε ο Πρόεδρος όπως αντέδρασε… διασφαλίζοντας τα γνήσια συμφέροντα της Κυπριακής Δημοκρατίας. Παρ’ όλα αυτά, ο Ν. Αναστασιάδης δηλώνει έτοιμος να επανέλθει στις διαπραγματεύσεις, αν η άλλη πλευρά συντονίσει τις θέσεις της με το πλαίσιο του Γ.Γ. του ΟΗΕ, το οποίο, αφήνεται να νοηθεί, ότι είναι εναρμονισμένο με τις δικές μας θέσεις.

Το αναντίλεκτο γεγονός όμως είναι ότι ο Διεθνής Οργανισμός και εκπρόσωποί του, αλλά και η ίδια η Ε.Ε. όχι μόνο δεν επιρρίπτουν την όποιαν ευθύνη στην Τουρκία, αλλά καλούν όχι όλες τις εμπλεκόμενες πλευρές, αλλά ουσιαστικά μόνο τις δυο από τις πλευρές - την ε/κ και την τ/κ - να προβληματιστούν, να χρησιμοποιήσουν χρόνο για περισυλλογή και όταν νιώσουν έτοιμες να αποταθούν στον Γ.Γ. του ΟΗΕ για να συνεχίσει την προσφορά των καλών του υπηρεσιών.

Αυτή η τοποθέτηση σίγουρα δεν δικαιώνει ούτε τη μια, ούτε την άλλη πλευρά, αλλά θέτει και τις δυο, ιδιαίτερα τους Αναστασιάδη και Ακιντζί, προ των ευθυνών τους. Κι αυτό γιατί πρώτιστα αυτοί οφείλουν και έχουν υποχρέωση να ανατρέψουν την ήδη επικρατούσα εντύπωση στους τρίτους, που ήταν παρόντες στο τελευταίο δείπνο στο Κραν Μοντανά, ότι «το κλίμα, ο τόνος, ο τρόπος που μιλούσαν οι άνθρωποι ο ένας για τον άλλο και μεταξύ τους δεν ταίριαζε σε ανθρώπους που επρόκειτο να ενώσουν την πατρίδα τους».

Το αφήγημα της άλλης πλευράς μπορεί να μη μας αρέσει, μπορεί να μη μας απασχολεί, να μην μας ενδιαφέρει και να μην το λαμβάνουμε υπόψη, αυτό όμως δεν σημαίνει ότι και το αφήγημα της δικής μας πλευράς πρέπει να γίνεται a priori αποδεκτό και να παρασυρόμαστε σ’ ένα αδιέξοδο παιχνίδι επίρριψης ευθυνών, που τελικά τίποτε δεν προσφέρει για την επίτευξη των καλώς νοούμενων συμφερόντων του κυπριακού λαού - Ε/κ και Τ/κ.

Τη δεδομένη στιγμή το ζητούμενο είναι να εξευρεθεί τρόπος συνέχισης της διαδικασίας, αφήνοντας κατά μέρος τις όποιες μικροκομματικές προεκλογικές σκοπιμότητες, αν επιθυμούμε όντως να διατηρήσουμε την ελπίδα για επανένωση της πατρίδας και του λαού μας. Αυτό όμως δεν αρκεί με διακηρύξεις ότι είμαστε έτοιμοι για συνομιλίες αν δεν συνοδεύονται με πρακτικά βήματα γιατί πρώτιστα είναι η δική μας πλευρά που επείγεται για λύση μέσα στα καθορισμένα πλαίσια των Συμφωνιών Κορυφής, των σχετικών Ψηφισμάτων του ΟΗΕ και των ομόφωνων αποφάσεων του Εθνικού Συμβουλίου, εκμεταλλευόμενοι ορθολογιστικά το πλαίσιο του Γ.Γ., ενισχύοντας ταυτόχρονα και την πληθώρα φωνών, που συνεχώς αυξάνονται και στην άλλη πλευρά για επανένωση.