Μετά τα θλιβερά γεγονότα του 1974, το προδοτικό πραξικόπημα και τη βάρβαρη τουρκική εισβολή, ο κυπριακός λαός προσπαθεί διαρκώς να εδραιώσει μια κρατική οντότητα, χωρίς εξαρτήσεις, που θα του επιτρέπει να επιβιώσει και να αναπτυχθεί. Στην εξουσία ανήλθαν όλες οι αποχρώσεις του κυπριακού πολιτικoϊδεολογικού φάσματος και μετά από 43 χρόνια ατελέσφορων διαβουλεύσεων για επίλυση του κυπριακού προβλήματος, καταλήξαμε στην τελευταία, μέχρι σήμερα, προσπάθεια στο Κραν Μοντανά. Μια ιδιαίτερα σημαντική δεκαήμερη σύνοδο που κατέληξε σε αδιέξοδο, για το οποίο όλοι οι καλόπιστοι αναλυτές καταλογίζουν την ευθύνη στην αδιαλλαξία της Τουρκίας. Τα Ηνωμένα Έθνη, λόγω τακτικής, κρατούν ίσες αποστάσεις και δεν παίρνουν θέση, δεν κατανέμουν αντικειμενικά τις ευθύνες.
Τελικά, οι διασκέψεις στην Ελβετία πού οδήγησαν; Σε ένα αδιέξοδο μόνο; Μήπως αυτό είναι μήνυμα για να προχωρήσουμε σε μια λύση με διαφορετικό προγραμματισμό; Ή μήπως είναι το έναυσμα για αλλαγή στρατηγικής, απαρνούμενοι όλα όσα επί 43 χρόνια δομήθηκαν και διακηρύχθηκαν;
Αν υποθέσουμε ότι ακολουθούμε τη δεύτερη εισήγηση, με δεδομένο ότι όλοι αναγνωρίζουν πως προσκρούουμε πάντα στην τουρκική αδιαλλαξία, πώς θεωρούμε ότι η αδιαλλαξία αυτή είναι δυνατόν να καμφθεί; Ο διεθνής παράγοντας και τα κράτη που μπορούν να διαδραματίσουν ρόλο στην επίλυση του Κυπριακού, μπορούν να πειστούν; Η Ευρωπαϊκή Ένωση, που έχει εντάξει ολόκληρη την Κύπρο ως μέλος της, με αναστολή της εφαρμογής του ευρωπαϊκού κεκτημένου στο κατεχόμενο τμήμα της, θα το αποδεχτεί και θα το στηρίξει; Είναι ορθό να δοκιμάσουμε έναν πειραματισμό, του οποίου τις συνέπειες ούτε μπορούμε να προβλέψουμε ούτε να ελέγξουμε; Ένα εθνικό θέμα που θα καθορίσει το μέλλον ενός λαού με μακραίωνη ιστορία, δεν μπορεί να τεθεί στη «λογική» ενός πειραματισμού, εν μέσω μιας προεκλογικής εκστρατείας, για επικοινωνιακούς λόγους και για ψηφοθηρία.
Η μη λύση είναι μια μορφή λύσης. Αλλά ποιες συνέπειες θα έχει η διαχείριση της μη λύσης; Μέχρι πού μπορεί να κρατήσει και ποιος θα ευνοηθεί από αυτήν, ο ισχυρός ή ο αδύναμος;
Στο Κραν Μοντανά επιτεύχθηκαν, για πρώτη φορά, στόχοι που πάντα επιδιώκαμε. Πρώτον, η Τουρκία συνομίλησε απευθείας με την Κυπριακή Δημοκρατία. Δεύτερον, πρωταγωνιστές αναδείχθηκαν οι κύριοι Αναστασιάδης, Κοτζιάς και Τσαβούσογλου και σε καμία περίπτωση δεν ευσταθούν οι κατηγορίες ότι τάχα υποβαθμίστηκε ο Αναστασιάδης και αναβαθμίστηκε ο Ακιντζί. Τρίτον, έχουν τεθεί επί τάπητος, για πρώτη φορά και συζητήθηκαν, τα ζωτικά θέματα ασφάλειας, εγγυήσεων, επεμβατικών δικαιωμάτων και αποχώρησης κατοχικών στρατευμάτων. Τέταρτον, ο Γενικός Γραμματέας των Ηνωμένων Εθνών έθεσε πλαίσιο λύσης με τις παραμέτρους που καθορίζουν ένα κράτος χωρίς εγγυήσεις, επεμβατικά δικαιώματα και ξένα στρατεύματα. Και, τέλος, το βασικότερο, οποιαδήποτε νέα διαπραγμάτευση θα αρχίσει από το πιο πάνω σημείο.
Η συνεργασία Κύπρου - Ελλάδας, όπως τόνισαν ο Πρόεδρος της Κυπριακής Δημοκρατίας και ο Πρωθυπουργός της Ελλάδας, υπήρξε άψογη και αυτό αποδείχτηκε στην πράξη. Τώρα, χρειάζεται τόλμη για να συνεχιστεί η σοβαρή και υπεύθυνη αυτή πολιτική, χρειάζεται ενότητα και ηγέτες που δύνανται να σταθούν επάξια δίπλα στον Πρόεδρο της Δημοκρατίας. Δεν υπάρχουν περιθώρια για πειραματισμούς. Ασφαλώς, ούτε και Μεσσίες υπάρχουν, ούτε και μπορούμε να κατασκευάσουμε τέτοιους. Σήμερα χρειάζεται ρεαλισμός, επιμονή στην εθνικά συμφωνημένη στρατηγική και μεθοδικές κινήσεις για επιτυχή κατάληξη της μεγάλης αυτής προσπάθειας.
ΟΛΓΑ ΔΕΡΒΗ ΠΑΠΑΔΗΜΟΥ
Φιλόλογος (ΜΑ)




