Οι δράσεις αυτές επιχειρούν να πλήξουν ακριβώς τον τρόπο ζωής του Δυτικού ανθρώπου και του Δυτικού συστήματος ως οικονομίας, πολιτισμού και πολιτικής ευρύτερα
Η τρομοκρατία μετατρέπεται σταδιακά σε φαινόμενο, που χαρακτηρίζει την καθημερινότητα της ζωής στην ευρωπαϊκή ήπειρο. Η πρόσφατη τρομοκρατική ενέργεια ως συνέχεια μιας αλυσίδας παρόμοιων πληγμάτων σε ευρωπαϊκές πρωτεύουσες δείχνει πως η ρήση Χάντιγκτον περί επικείμενης σύγκρουσης των πολιτισμών μπορεί να μη μετατρέπεται απαραιτήτως σε προφητεία, όμως το συγκρουσιακό φαινόμενο ισλαμιστών με τον Δυτικό κόσμο, τον τρόπο οργάνωσης της κοινωνικής, πολιτικής και οικονομικής ζωής των ανθρώπων, λαμβάνει χώραν παίρνοντας διαστάσεις κλιμακούμενης βίας, καχυποψίας, ανασφάλειας και φόβου. Δεν αποτελεί πλέον μεμονωμένο συμβάν ισλαμικής επιθετικότητας, αλλά προσλαμβάνεται ως μια διαδοχική εναλλαγή εξελίξεων, που συμβαίνουν κατά τρόπο όχι τυχαίο στον Δυτικό κόσμο και τις πρωτεύουσες της Ευρώπης.
Οι δράσεις αυτές επιχειρούν να πλήξουν ακριβώς τον τρόπο ζωής του Δυτικού ανθρώπου και του Δυτικού συστήματος ως οικονομίας, πολιτισμού και πολιτικής ευρύτερα. Τα προβλήματα που δημιουργεί αυτή η αλυσίδα επιθετικών ενεργειών ισλαμιστικών πυρήνων απέναντι σε Δυτικά οργανωμένα σύνολα ή μεμονωμένες δομές εξουσίας, αναδεικνύουν πολλαπλά ζητήματα, τα οποία επηρεάζουν τόσο την καθημερινότητα των ανθρώπων που ζουν στις μεγαλουπόλεις της Δύσης, όπου συνυπάρχουν ισλαμικοί πληθυσμοί με δυτικόστροφες κοινωνικές ομάδες, όσο και την εν γένει συμπεριφορά και στάση των κρατών απέναντι στους πολίτες τους.
Αυτό ισχύει, αφενός με την αύξηση των μέτρων ασφαλείας και τη δημιουργία ενός περιβάλλοντος αστυνομοκρατίας, που διαταράσσει τους δημοκρατικούς και κοινωνικοοικονομικούς ομαλούς ρυθμούς ενός δυτικού κράτους. Αφετέρου, επηρεάζει και τις σχέσεις των ατόμων μεταξύ τους στο πλαίσιο των κοινωνιών, οι οποίες είναι εν πολλοίς μεικτές, δηλαδή οι πολίτες μπορεί να εμφανίσουν καχυποψία απέναντι στην ετερότητα, τον άλλο, ο οποίος είναι μουσουλμάνος.
Παράλληλα, υπάρχουν και οι σχέσεις των κρατών μεταξύ τους, οι οποίες ενδεχομένως να δέχονται επιδράσεις αρνητικές. Οι επιδράσεις αυτές αποτυπώνονται στο πώς γίνεται αντιληπτός ο μετανάστης, δηλαδή εάν γίνεται δεκτός ή όχι από το κοινωνικό σύνολο και τις κρατικές δομές των συγκεκριμένων κρατών, στον βαθμό που υπάρχει, είτε προκατάληψη, είτε εχθρική εικόνα, είτε σε κάθε περίπτωση απόρριψη της παρουσίας του ως λειτουργίας στο εκάστοτε κοινωνικό και κρατικό σύστημα.
Αυτή η διάσταση μπορεί να οδηγήσει σε μια ξενοφοβία, η οποία να φτάσει σε ρατσιστικά όρια ή μεγέθη, εξαιρετικά επικίνδυνα για τη συνύπαρξη των ανθρώπων και των πολιτών στις σύγχρονες κρατικές δομές, οι οποίες δεν είναι απομονωμένες μεταξύ τους. Επομένως, η ειρηνική συνύπαρξη που επιδιώκεται μεταξύ των κρατών μπορεί να διαταραχθεί ακριβώς εξαιτίας αυτού του φαινομένου και να δημιουργήσει καταστάσεις κλιμακούμενης σύγκρουσης, που στον παγκοσμιοποιημένο κόσμο μας να μην είναι εθνικά οριοθετημένες.
Πέραν τούτων, ενώ στον σύγχρονο κόσμο οι σχέσεις μεταξύ των κρατών εμφανίζονται ως ομαλές και ρυθμιζόμενες περίπου αδιατάρακτα, φαινόμενα όπως η ισλαμική τρομοκρατία θα οδηγήσουν πολλά κράτη σε αυτοαπομονωτισμό και άρνηση οικοδόμησης σχέσεων με όλα τα κράτη. Μια τέτοια δύσκολη κατάσταση, θα υποχρέωνε πολλές κρατικές οντότητες να προχωρήσουν σε επιλεκτικές κινήσεις συνεργασιών με άλλα κράτη, ιδίως ισλαμικά ή ισλαμοκρατούμενα.
Το γεγονός των τρομοκρατικών πληγμάτων, τα οποία επέρχονται αιφνιδίως, δηλαδή άνευ προειδοποιήσεως, αγνώστω τόπω και χρόνω, όπως και με μη προσδιορισμένο τον δρώντα, τα μέσα και τον στόχο, δημιουργεί μια γενικότερη ανασφάλεια, η οποία καλύπτει ως νέφος απειλητικό ολόκληρη την ανθρωπότητα και επιτείνει το αίσθημα αβεβαιότητας και ανησυχίας που εμφιλοχωρεί ως προς το μέλλον. Κάτι τέτοιο επηρεάζει σε κάθε περίπτωση, όχι μόνο τη ζωή του σύγχρονου ανθρώπου γενικότερα, αλλά αφήνει ιδιαιτέρως τα ίχνη του αρνητικά στις διεθνείς μετακινήσεις, στην οικονομία και στην πολιτική, όπου ενισχύει τις αυταρχικές δομές εξουσίας.
Βεβαίως, διερωτάται κανείς ποιο είναι το φάρμακο, ποια είναι η συνταγή αντιμετώπισης αυτής της λαίλαπας που έχει ενσκήψει στην ανθρωπότητα και που δεν είναι πρωτόγνωρο για τη διεθνή πολιτική φαινόμενο. Η δεκαετία του 1970 ήταν μεστή τρομοκρατικών φαινομένων, όπου είχαν εμφανιστεί στην Ιταλία οι Ερυθρές Ταξιαρχίες, στη Γερμανία οι Μπάντεν - Μάινχοφ, στην Ελλάδα η 17η Νοέμβρη, κινήσεις που αντιμετωπίστηκαν επιτυχώς εν τέλει, αφού προκάλεσαν αρκετή ζημιά, τόσο στο εσωτερικό, όσο και στο διεθνές κύρος των χωρών.
Ο τρόπος αντιμετώπισης της ισλαμικής τρομοκρατίας επιβάλλει απαραιτήτως και όλως ιδιαιτέρως τη στενή συνεργασία κρατικών δομών των ευρωπαϊκών κρατών, που αφορούν στα θέματα ασφάλειας και εγκληματολογικής έρευνας, έτσι ώστε να υπάρξει, αφενός μεν μια επιστημονικά και επιχειρησιακά αποτελεσματική πολιτική ως προς την πρόληψη και, αφετέρου, οικοδόμηση ενός συστήματος πρόβλεψης και κοινής πολιτικής.
ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΣ Κ. ΓΙΑΛΛΟΥΡΙΔΗΣ
Καθηγητής Διεθνούς Πολιτικής,
Διευθυντής Κέντρου Ανατολικών Σπουδών για τον Πολιτισμό και την Επικοινωνία
Παντείου Πανεπιστημίου




