Θέλοντας να ερμηνεύσει ο Παναγιώτης Μιχελής (η μεγαλύτερη διάνοια στον χώρο τής αποφατικής φιλοσοφικής αισθητικής, που είχαμε την τύχη να γεννηθεί ποτέ στον τόπο μας) τη θεμελιακή διαφορά ανάμεσα στον τρόπο που κρίνει το έργο τέχνης ένας καλλιτέχνης και ένας θεωρητικός τής τέχνης, λέει ότι ο πρώτος πλεονεκτεί, διότι ως αληθινός καλλιτέχνης σκέφτεται συνάμα και με τη διαίσθηση. Και πολλές φορές η διαίσθηση του καλλιτέχνη συλλαμβάνει έννοιες και αισθήματα, που και το πιο δυνατό θεωρητικό μυαλό αδυνατεί να συλλάβει.
Γίνεται ο λόγος για ένα πρόσφατα εκδοθέν σύντομο βιβλίο από τον συνάδελφο αρχιτέκτονα Ζήνωνα Σιερεπεκλή, με τον (παράδοξο) τίτλο «Τρεις φρυκτωρίες και μια εικασία».1* Τρεις φρυκτωρίες ο συγγραφέας ονομάζει, βεβαίως, τρία σημαντικά αρχιτεκτονικά έργα του ελληνικού πολιτισμού: Τον Παρθενώνα, την Αγία Σοφία της Πόλης και, από την ξυλόστεγη φραγκοβυζαντινή αρχιτεκτονική τού Τροόδους όχι ένα συγκεκριμένο έργο της, αλλά την ίδια ως σύνολο. Και όχι τυχαία! (Πιο κάτω θα εξηγήσω και το γιατί.) Σημειώνω, εκ προοιμίου, ότι και οι τρεις φρυκτωρίες είναι έργα θρησκευτικής αρχιτεκτονικής.
Διαβάστε περισσότερα στην έκδοση της "Σημερινής" της Κυριακής που κυκλοφορεί...




