Αχνοχαράζει το φως, παραμονή Δεκαπενταύγουστου, 1974. Στις αλάνες της Αγλαντζιάς - ένα χωριό ήταν τότε - κατάχαμα, στρωματσάδα, πρόσφυγες της πρώτης εισβολής - το μυριζόμασταν πως ερχόταν κι η δεύτερη - με τo αυτί στημένο στο ραδιόφωνο περιμένεις τα μαντάτα από τη Βιέννη, μα σου’ ρχονται απ’ τα τούρκικα αεροπλάνα που ξερνάνε φωτιά και σπέρνουν χαλασμό. Ίσα που προλαβαίνεις ν’ ακούσεις «οι συνομιλίες απέβησαν άκαρπες, λόγω της τουρκικής αδιαλλαξίας».
Σε λίγο, ο Υπουργός Εξωτερικών της Ελλάδας, Γεώργιος Μαύρος, διαβεβαιώνει: «Μεταξύ πολέμου και ατιμώσεως η Ελλάς δεν έχει επιλογήν» (μόνο που δεν μας την ξεκαθάρισε από την αρχή, να ξέρουμε τι μας γίνεται!). Το σφυροκόπημα πυκνώνει, πρέπει να φύγεις, να πας πού και ποιος να σε κουβαλήσει; Μα, ευτυχώς, πόρτες αυτοκινήτων ανοίγουν, στοιβαγμένοι ο ένας πάνω στον άλλο, στον δρόμο ουρές τ’ αυτοκίνητα, από πάνω τ’ αεροπλάνα κάνουν βυθίσεις, τρόμος, κάτω απ’ τα δέντρα άνθρωποι τρέχουν ν’ ανακουφιστούν, εύκολα τα βάζεις με τον φόβο του θανάτου;
Διαβάστε περισσότερα στην έκδοση της "Σημερινής" της Κυριακής που κυκλοφορεί...




