Αθήνα και Λευκωσία οφείλουν να σχεδιάσουν την κυπριακή τους πολιτική με αφετηριακό γνώμονα και άμεσο στρατηγικό στόχο την απελευθέρωση της Κύπρου

Η Τουρκία με την αποχώρησή της από τις διαπραγματεύσεις στην Ελβετία συνέβαλε αφενός στην εκ των πραγμάτων ανάληψη της ευθύνης για την αποτυχία των συνομιλιών, αλλά κυρίως στη συνέχιση της ύπαρξης της Κυπριακής Δημοκρατίας, η οποία εξακολουθεί να υφίσταται ως υποκείμενο διεθνούς δικαίου στον κόσμο των κρατών, παρά τη μη επίλυση του κυπριακού προβλήματος.

Η μη διευθέτηση της κυπριακής διένεξης δεν αποτελεί εν προκειμένω και κατ' ανάγκην αρνητική εξέλιξη, αφού η επίλυσή της υπό συνθήκες κατοχής, θα έφερε μαζί της και την αρνητική για την υπόσταση του κυπριακού κράτους επιβάρυνση της κατοχής, δηλαδή της συνέχισης της παρουσίας τουρκικών στρατιωτικών δυνάμεων στα εδάφη της Κυπριακής Δημοκρατίας, έστω και εάν αυτά βρίσκονταν στην τουρκική λεγόμενη ζώνη της Διζωνικής Δικοινοτικής Ομοσπονδιακής Κύπρου. Αυτό θα σήμαινε πως η Τουρκία θα συνέχιζε να έχει τη δυνατότητα εποπτείας και ελέγχου, όχι μόνο της τουρκικής λεγόμενης βόρειας ζώνης, αλλά και ολόκληρης της κυπριακής πολιτείας.

Εν όψει τούτου, η ελληνική πλευρά, δηλαδή εν προκειμένω Λευκωσία και Αθήνα, οφείλουν τάχιστα να αναθεωρήσουν την πολιτική τους στο Κυπριακό, η οποία δομείται πάνω στο παραδοσιακό, εξαιρετικά επισφαλές σχήμα της Διζωνικής Δικοινοτικής Ομοσπονδίας, που αποτελεί προϊόν μιας ηττοπαθούς αντίληψης της πολιτικής περί του μέλλοντος της Κύπρου, και να θέσουν το Κυπριακό σε τροχιά απελευθερωτικής διεκδίκησης.

ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΣ Κ. ΓΙΑΛΛΟΥΡΙΔΗΣ
Καθηγητής Διεθνούς Πολιτικής,
Διευθυντής Κέντρου Ανατολικών Σπουδών
Για τον Πολιτισμό και την Επικοινωνία,
Πάντειο Πανεπιστήμιο

Διαβάστε περισσότερα στην έκδοση της "Σημερινής" της Κυριακής που κυκλοφορεί...